Ο χωμάτινος, εγώ • Γιάννης Φιλιππίδης
Cosmopoliti.gr • Γιάννης Φιλιππίδης: «Βάζω στον εαυτό μου δύσκολα στοιχήματα»
• Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Βασίλη Παπαβασιλείου
Έχει καρδιά από χρυσάφι σαν τα μικρά παιδιά και ένα βλέμμα καθάριο και συνάμα τρυφερό που σε αιχμαλωτίζει από την πρώτη κιόλας στιγμή που θα τον συναντήσεις και θα συνομιλήσεις μαζί του… Είναι ο αγαπημένος και από τους πιο ευπώλητους συγγραφείς του αναγνωστικού κοινού αλλά και της καρδιάς μας! Ποιος είναι; Ο ακάματος και άκρως δημιουργικός Γιάννης Φιλιππίδης που μέσα σε 20 χρόνια έχει γράψει 15 βιβλία διαφορετικού ύφους το καθένα και έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές. Η γλαφυρότητα και το ‘’διαφορετικό’’ που κυριαρχεί κάθε φορά στα βιβλία του τόσο από άποψη υπόθεσης όσο και εξέλιξης τους μπορεί να οφείλεται και στις θεατρικές σπουδές του. Αφορμή της συνέντευξης μας τα τελευταία του βιβλία με τίτλους ‘’ Έτσι απλά συμβαίνουν όλα’’ και τα ποιήματα και πεζά του ‘’Τα χρόνια της υπερέντασης’’ καθώς και ο πρόσφατος γάμος του με τον επί 35 χρόνια αγαπημένο του σύντροφο Νικόλα Τελλίδη, εκδότη της ‘’Άνεμος Εκδοτική’’ με κουμπάρους τους τον Στέφανο Κασσελάκη, την Μάρθα Φριντζήλα και την Θέκλα Μαντέλη. Το Cosmopoliti τους εύχεται καλές εκδόσεις και να είναι πάντα ευτυχισμένοι!
Δεκαπέντε διαφορετικά ως προς το ύφος και τη μορφή τους βιβλία κυκλοφορούν από εσένα εδώ και είκοσι χρόνια και τα περισσότερα χαρακτηρίζονται ως ευπώλητα. Δεν σταματάς ποτέ να γράφεις;
Σταματάω ανά περιόδους. Δεν έχω πια την ανάγκη να είμαι αδιάκοπα στην επικαιρότητα των βιβλιοπωλείων, ούτε είναι άμεση μου προτεραιότητα να τροφοδοτώ το χώρο του βιβλίου με καινούργιους τίτλους. Έχω ένα πολυπληθές κοινό, που διαβάζει και κάθε τόσο αναδεικνύει και προβάλλει από τα κοινωνικά δίκτυα κάποιο από τα ως τώρα εκδοθέντα βιβλία μου. Το χαίρομαι, παίρνω το χρόνο μου και επιστρέφω μόνον όταν αισθάνομαι ότι έχω κάτι καινούργιο να εκφράσω.
-Στα βιβλιοπωλεία κυκλοφορεί πάντα το δέκατο τέταρτο βιβλίο σου με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Έτσι απλά συμβαίνουν όλα». Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία, έτσι το χαρακτηρίζεις εσύ τουλάχιστον. Πες μου λίγα λόγια γι’ αυτό.
Είναι στ’ αλήθεια μια μαύρη κωμωδία που λαμβάνει χώρα στην Αθήνα του σήμερα και πιο συγκεκριμένα στην κάτω άκρη της Κυψέλης, όχι στο βαθυκράτος της. Απέναντι από το θέατρο Άλσος επί της οδού Ευελπίδων, διαδραματίζεται όλη η ιστορία. Είναι ένα όμορφο σημείο, που χαρακτηρίζεται από ησυχία που θυμίζει λιγάκι γειτονιά της ελληνικής περιφέρειας, μολονότι είναι απέναντι από το Πεδίο του Άρεως. Από εκεί λοιπόν, ένα πρωινό του Νοέμβρη, μια ηθοποιός που διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής της, κατεβαίνει στο κέντρο της Αθήνας, πεπεισμένη, απορίας άξιον, ότι έχει ξυπνήσει στην πιο τυχερή της μέρα με την ελπίδα ότι θα περάσει μια σημαντική οντισιόν για να παίξει σε έργο του Τένεσι Ουίλιαμς. Αλίμονο για εκείνη, θα πάνε όλα λάθος. Θα ντυθεί ένα απολύτως καλοκαιρινό ρούχο, θα πάρει ομπρελίτσα και τσαντάκι και θα κινήσει για την οδό Αμερικής. Στη στάση Μετρό Πανεπιστήμιο, θα βγει από την υπόγεια σήραγγα κάθιδρη από την πολυκοσμία των βαγονιών. Η καταιγίδα έχει ξεσπάσει. Θα ψάξει στο τσαντάκι της για κάποιο υγρό μαντιλάκι. Και θα βιώσει τη συνθήκη του να βρίσκεσαι στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας χωρίς χρήματα, κινητό, χρεωστικές κάρτες και πορτοφόλι, μιας και κάποιο χέρι της αφαίρεσε όλα τα παραπάνω, αφήνοντας της μονάχα τα μαντιλάκια και μια πούδρα κόμπακτ για να ρετουσάρει την ξαφνική απελπισία της. Μολαταύτα, εκείνη απτόητη θα συνεχίσει να περπατά ως το θέατρο. Η ομπρέλα θα καταστραφεί από τον σφοδρό άνεμο, ένα τακούνι θα σπάσει και νικημένη από κάθε θάρρος θα δοκιμαστεί σε μονολόγους, για τους οποίους δεν μοιάζει πια αρκετή να ερμηνεύσει. Επιστρέφοντας στο σπίτι με το πόδι και υπό επίμονη ψιχάλα, θα τσακώσει στο κρεβάτι τον ως εκείνη τη μέρα σύντροφό της με την βοηθό της κομμώτριάς της. Από κει και πέρα δεν συνεχίζω. Κι ό,τι είπα, είναι μόλις οι πρώτες σελίδες του βιβλίου αυτού.
Είναι ακόμα μια μαύρη κωμωδία όπως λες ή αναδεικνύεις περισσότερα ζητήματα μέσα απ’ αυτήν;
Η κωμικότητα των γεγονότων είναι το μέσο προκειμένου να περάσουν στους αναγνώστες του βιβλίου, μια σειρά από σοβαρότατα κοινωνικά ζητήματα. Κατ’ αρχήν στανιάρουμε στη μετά κορωνοϊού εποχή. Η αστική ζώνη υποφέρει από άλλη μία οικονομική κρίση. Η ακρίβεια πλήττει τους πάντες. Το ύφος του βιβλίου είναι χειμαρρώδες και ανατρεπτικό και πραγματεύεται, με χιουμοριστική και καυστική ματιά, φλέγοντα ζητήματα όπως την πίστη και την απιστία, την κακοποίηση και τον εκφοβισμό, την αυτοδικία και την ευθανασία, το δικαίωμα στην ευτυχία ανεξαρτήτως φύλου.
-Ενόσω όμως το τελευταίο σου βιβλίο έχει επιτυχία, εσύ επανέρχεσαι με κάτι διαφορετικό: μια συλλογή από ποιήματα και ανεξάρτητα πεζά. Ποια ανάγκη σε οδήγησε σ’ αυτό;
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία δύο χρόνια, η κοινωνικοπολιτική συνθήκη φανερώνει ρωγμές. Και υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν μέσα από μια μυθοπλασία. Ένιωσα την ανάγκη να γράψω για όσα μας ταλαιπωρούν ως λαό: μια ελλειμματική δημοκρατία κι ένα ανισόρροπο πολιτικό σύστημα, διασπάσεις, συγκαλύψεις, χαλκευμένη ειδησεογραφία, αν ανοίξεις μια τηλεόραση σε ώρα ειδήσεων θα διακρίνεις την έννοια υπερένταση που με ενέπνευσε κι εμένα γι’ αυτό το τόσο διαφορετικό πόνημα. Ωστόσο, το βιβλίο δεν πάει μονόπατα, εμπεριέχει πολλές προσωπικές, ακόμα κι ερωτικές αναφορές, προκειμένου να καταδείξει τη μεγάλη εικόνα: πως είμαστε στ’ αλήθεια τόσο πολίτες μιας ταλαιπωρημένης αλλά όμορφης πατρίδας, αλλά ταυτόχρονα δεν αφήνουμε τις προσωπικές μας ζωές, έρμαια των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Η ζωή μας έχει τη μέγιστη αξία κι όπως έχω ξαναπεί δημόσια πολλές φορές, είναι μία το πολύ για τον καθένα από μας κι ήδη, οι περισσότεροι, έχουμε διανύσει τουλάχιστον τη μισή. Έτσι ξεκινάει εν κατακλείδι και το βιβλίο, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Πόσα χρόνια κρίνεις ότι σου απομένουν ώστε να ζήσεις έτσι όπως πραγματικά θέλεις εσύ;». Αυτό θαρρώ πως δίνει το στίγμα των όσων ήθελα να εκφράσω αυτή τη φορά.
-Αυτή την εποχή γράφεις;
Ναι, μετά από δύο χρόνια συγγραφικής αγρανάπαυσης, πήρα τον αναγκαίο χρόνο μου κι ένιωσα ότι ήρθε η στιγμή να το ξανακάνω άλλη μία φορά. Πάντα μ’ αρέσει να βάζω στον εαυτό μου δύσκολα στοιχήματα· να μην επαναλαμβάνομαι, δεν πέφτω στον πειρασμό, του να ξαναγράψω με παρόμοιο τρόπο μια μυθοπλασία, που θα πατάει πάνω στα ίχνη και το ύφος μιας παλιότερης προσωπικής μου επιτυχίας, προκειμένου να επωφεληθώ οικονομικά, δεν ζω πια μ’ αυτή την ανάγκη. Αυτή τη φορά, το μυθιστόρημα καταπιάνεται με δυο αδερφές και κινείται στην υποθετική σκέψη πως η μία είναι εντελώς καλή κι άλλη εντελώς κακιά. Τα φαινόμενα όμως απατούν και συχνά μας οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Είναι πάντοτε η αλήθεια αυτό που προκύπτει από τα επιφανή και τα λογικά, όπως συχνά τα λέμε, πλαίσια; Θα δείξει.
-Όταν αρχίζεις τη συγγραφή ενός βιβλίου, έχεις μια δεδομένη σκαλέτα ή κινείσαι πιο ελεύθερα;
-Σε βοηθάει σ’ αυτό, το γεγονός ότι σπούδασες και δούλεψες στο θέατρο περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια;
Σίγουρα ναι. Διδάχτηκα από τη σχολή ακόμα, το πώς χτίζεται ένας ρόλος, έμαθα νωρίς ότι στη βάση του κάθε ανθρώπου καταλήγουν μια σειρά από συνιστώσες, ανέλυσα για χρόνια πολλά μέσα απ’ αυτή τη δουλειά πολλούς ετερόκλητους χαρακτήρες.
-Τι σ’ έκανε να εγκαταλείψεις το θέατρο και να αφοσιωθείς στη συγγραφή βιβλίων;
Δύο καίριοι παράγοντες. Ο πρώτος ήταν πως ήθελα να απεξαρτηθώ από το να εργάζομαι προκειμένου να ζήσω ακόμα και σε παραστάσεις που δεν με έβρισκαν σύμφωνο με την αισθητική μου κι ευτυχώς, δεν μου ’χει συμβεί αυτό περισσότερες από μια-δύο φορές. Από την άλλη μεριά, ζω με μια οπτική κληρονομικής φύσεως αναπηρία που ονομάζεται νόσος του Stargardt, η οποία φθείρει το βυθό του ματιού και χαμηλώνει την οπτική ικανότητα. Τα τελευταία χρόνια που δούλευα ως ηθοποιός, αναγκαζόμουν να αποστηθίζω ολόκληρα τα έργα πριν από την πρώτη πρόβα και να απομνημονεύω τις σκηνοθετικές οδηγίες μέσα στο μυαλό μου. Δυσκολεύτηκα πολύ. Ευτυχώς, τα δυο μου πρώτα μυθιστορήματα είχαν κυκλοφορήσει το 2006 και το 2008 και μου απέφεραν κάποιο εισόδημα για να ζω με αξιοπρέπεια. Επιπλέον, η νόσος αυτή όξυνε με τα χρόνια μου τις υπόλοιπες αισθήσεις και την ευγνωμονώ γι’ αυτό: η υπερευαισθησία μου ως άνθρωπος λειτουργεί στο φουλ, όπως κι εκτός από τις υπόλοιπες αισθήσεις, συχνά νιώθω περισσότερο προνομιούχος από άλλους, γιατί το έλλειμμα αυτό, με δυνάμωσε με απόλυτη ενσυναίσθηση, ίσως και να μ’ έκανε και μια στάλα πιο διορατικό, εκτός από αποφασισμένο να συνεχίσω να ζω με ποιότητα.

-Σου λείπει το θέατρο; Και πώς μπορείς να συνεχίζεις να γράφεις βιβλία έχοντας ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα οπτικής αναπηρίας;
Η χαμηλή μου όραση, με δίδαξε πως τίποτα στη ζωή μας δεν πρέπει να το θεωρούμε δεδομένο κι ήταν ένα καλό μάθημα αυτό, μ’ έκανε πιο τολμηρό, πιο διεκδικητικό ως προς τα θέλω μου. Δεν μπορώ να διαβάσω πλέον τυπωμένα κείμενα ή βιβλία, ούτε και να κυκλοφορήσω με ασφάλεια, παρά μόνο στη γειτονιά μου. Αλλά μπορώ να ασχολούμαι με τη συγγραφή, στάθηκα τυχερός ως προς τις δυνατότητες που δίνει η τεχνολογία. Με μια μεγαλύτερη σε ίντσες οθόνη και μεγάλο μέγεθος γραμματοσειράς, μπορώ ακόμα να γράφω βιβλία για χρόνια. Αλλά κι αν έρθει η στιγμή που δεν θα μπορώ να το κάνω έτσι, θα τα υπαγορεύω. Το θέμα είναι να το θέλω και να υπάρχει ενεργή η φλόγα της έμπνευσης μέσα μου. Όσο για το θέατρο; Προτιμώ να το απολαμβάνω ως θεατής, μιας κι έχω έναν ευρύ καλλιτεχνικό κύκλο. Δεν πλήττω ποτέ. Και το να ’μαι εγώ ο συγγραφέας, εγώ κι ο σκηνοθέτης μιας γραπτής μυθοπλασίας, είναι κάτι που με αφήνει χαρούμενο, ελεύθερο ως προς τον τρόπο και τα μέσα έκφρασης. Πάντα εξάλλου στεναχωριόμουν για το εφήμερο των θεατρικών μου συνεργασιών. Αυτό αντίθετα δεν συμβαίνει στον κόσμο των βιβλίων. Αντίθετα, τα βιβλία έχουν ιστορική συνέχεια και συνέπεια, η τελευταία έχει να κάνει βέβαια με μένα, που κρίνομαι κάθε φορά για το αποτέλεσμα.
-Τελικά, τα βιβλία είναι ο σκοπός της ζωής σου;
Και βέβαια όχι. Πάντα έβαζα σε πρώτο πλάνο την προσωπική μου ειρήνη κι ευτυχία και στάθηκα τυχερός ως προς αυτό. Έχω μια σχέση ζωής μ’ έναν άνθρωπο που εκτός από σύντροφος είναι και ο φύλακας-άγγελός μου εδώ και τριάντα πέντε χρόνια. Κι έχω τριγύρω μου φίλες και φίλους καρδιάς, που μ’ αγαπάνε πολύ και γεμίζουν τα λιγοστά συναισθηματικά μου κενά. Ο τρόπος του να ζω μέσα από το αλλιώτικο βλέμμα της πεζογραφίας, μ’ έχει κάνει ικανότατο στο να λειτουργώ τόσο μέσα, όσο κι έξω απ’ αυτήν.
Πηγή: https://cosmopoliti.com/giannis-filippidis-vazo-ston-eayto-moy-dyskola-stoichimata/

Βασίλης Παπαβασιλείου
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, την οποία δεν αποχωρίζομαι ποτέ. Αγαπώ με πάθος το θέατρο (γι'αυτό θα μπορούσα να γίνω ηθοποιός ή σκηνοθέτης) καθώς επίσης και τον κινηματογράφο. Εκτιμώ την ευγένεια, την ειλικρίνεια και τους καλούς τρόπους συμπεριφοράς στους ανθρώπους και με ενοχλεί το ψέμα, η αχαριστία, η αγνωμοσύνη και το ''δήθεν'' στις κοινωνικές συναναστροφές. Κάποτε έκανα εύκολα φιλίες, αλλά μετά από πολλές απογοητεύσεις, τις επιλέγω με περισσότερη αυστηρότητα.
PELLASIMERA.GR • Γιάννης Φιλιππίδης «Αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα με μια υπερευαίσθητη οπτική» δηλώνει ο επιτυχημένος συγγραφέας από τα Γιαννιτσά
• Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Άνναμαρία Σαββίδη
Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Ποτέ δεν θα φανταζόμασταν ότι εκείνος θα γινόταν ένας επιτυχημένος συγγραφέας και θα φτάναμε να τα λέμε δημοσιογραφικά ετοιμάζοντας και μια ωραία παρουσίαση για το απόγευμα του Σαββάτου 14 Ιουνίου στην γενέτειρα του.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης γεννήθηκε στα Γιαννιτσά πριν από 55 χρόνια κι ό,τι συνέβη στη ζωή του έγινε με απόλυτη σκοπιμότητα! Με την υπογραφή της μητέρας του ήρθε στον κόσμο αυτόν, εφόσον η ίδια είχε δύσκολες γέννες και δεν την αναλάμβανε κανένας γιατρός. Πρωτομίλησε όταν ήταν 9 μηνών, γιατί η μαμά του λόγω ακινησίας τους 4 πρώτους μήνες μετά τη γέννα του μίλαγε συνεχώς.
Δεν σταμάτησε φυσικά εκεί… Μόλις στα οκτώ απέκτησε την πρώτη του γραφομηχανή.
Κάπως έτσι άρχισε να γράφει τις πρώτες του ιστορίες…
Παρόλα αυτά τον κέρδισε στην αρχή το θέατρο. Καλλιτεχνική, ανήσυχη φύση, με μια δυνατή ομάδα φίλων δημιούργησαν έναν ερασιτεχνικό θίασο και ανέβασαν δύο παραστάσεις με την υποστήριξη των τότε ΝΕΛΕ Γιαννιτσών. Μετά το λύκειο βρέθηκε στην Αθήνα όπου μένει μόνιμα πια. Φοίτησε στην Ανώτερη Σχολή Υποκριτικής Τέχνης του αείμνηστου Βασίλη Ρίτσου, ενώ από την πρώτη χρονιά ξεκίνησε δουλειά στο εμπορικό θέατρο. Έμεινε στο χώρο 16 χρόνια και ξαφνικά αισθάνθηκε την ανάγκη να επιστρέψει στην συγγραφή γιατί μάλλον είχε πολλά να μας πει.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης αγαπά τη ζωή μέσα από τα γοητευτικά μάτια της πεζογραφίας και γι’ αυτό έχει μια υπερευαίσθητη οπτική για τον κόσμο γύρω του. Φοβάται τις αρρώστιες που δεν θεραπεύονται και τον ίδιο τον θάνατο. Αγαπημένος συγγραφέας ο Παύλος Μάτεσης, επειδή έχει μια ιδιαίτερη πένα κι έγραφε για όλη του τη ζωή, τόσο βιβλία, όσο και θεατρικά έργα, μετέφραζε αρχαίες κωμωδίες και για το θέατρο Τέχνης και διασκεύαζε όλα τα μιούζικαλ της Αλίκης Βουγιουκλάκη ταυτόχρονα. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά βρήκαμε χρόνο να τα πούμε…
ΕΡΩΤ.: Πότε αποφάσισε ο Γιάννης Φιλιππίδης ότι του αρέσει η συγγραφή και από τότε που ξεκίνησες, ποια είναι η καθημερινότητά σου;
ΑΠΑΝΤ.: Συνειδητά συνέβη σε μένα αυτό. Εργαζόμουν ήδη για οκτώ χρόνια στο εμπορικό κυρίως θέατρο και δεν μ’ εξέφραζαν το σύνολο των παραστάσεων τις οποίες εξυπηρετούσα καλλιτεχνικά. Από τα χρόνια της Σχολής ακόμα, είχα διαπιστώσει την ένδεια στην ελληνική θεατρική βιβλιογραφία κι είχα στραφεί στην ανάγνωση της σύγχρονης πεζογραφίας, που έφτανε πίσω, ακόμα και στα μεταπολεμικά χρόνια. Έτσι κόλλησα το δεύτερο καλλιτεχνικό μικρόβιο στη ζωή μου, κι ευτυχώς! Η συγγραφή βιβλίων απογείωσε την ψυχή μου σε τέτοιο βαθμό, που από τότε δεν έπαψα ποτέ να γράφω. Είναι για μένα η ψυχοθεραπεία μου, όλες αυτές τις ώρες της απομόνωσης, των ηρώων και των λέξεων, των μουσικών και των σάουντρακ που παράλληλα αγαπώ ν’ ακούω.
ΕΡΩΤ.: Συγγραφέας, αλλά και υπεύθυνος εκδόσεων, οικονομική κρίση και συγγραφή, πόσο έχει επηρεάσει τη δουλειά σας, αλλά και τους αναγνώστες;
ΑΠΑΝΤ.: Αλίμονό μας, αλλά αφόρητα πολύ. Πρόλαβα μέχρι και τη γέννηση του Ανέμου μας, τις χιλιάδες βιβλίων που εκδίδαμε ακόμα και αν υπήρχε μια μεγάλη αγορά που ολοένα όμως μειωνόταν. Κι η αλήθεια είναι ότι από το 2015 και μετά περάσαμε στην εποχή των ψηφιακών εκτυπωτηρίων και των μικρότερων τιράζ, μόνο έτσι θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε ασφαλείς. Είναι βλέπεις που εμείς έχουμε ως πολιτική θέση να μη τυπώνουμε σε Τουρκία, Αλβανία, Σκόπια ή Κίνα. Οι μεγάλοι το κάνουν αυτό.Τυπώνουν πολλά, δεν κρατούν την ενιαία τιμή και τα βιβλία βγαίνουν στα πανηγύρια πολύ πριν το πρώτο τους εξάμηνο. Τραγικό.
ΕΡΩΤ.: Είσαι από τους ανθρώπους που «Κρατάς μυστικό;» και είσαι «Εκείνος που άκουγε επιθυμίες;»
ΑΠΑΝΤ.: Η αλήθεια είναι ότι και μυστικά κρατάω, μυστικά που θα χαλούσαν τον κόσμο αν άνοιγα το στόμα μου, αλλά είμαι κι ο άνθρωπος που παλεύει ν’ ακούει τις επιθυμίες των φίλων και των συνεργατών του. Διαφορετικά θα ήμουν απλά κάποιος άλλος.
ΕΡΩΤ.: Θεωρείς πως έχεις συγγραφικές εμμονές ή αγαπημένη θεματολογία ή ο «Κωδικός ελευθερία» έχει λόγο στην έμπνευσή σου;
ΑΠΑΝΤ.: Η μόνη μου συγγραφική εμμονή-στοίχημα είναι να μην μπαίνω ποτέ στον πειρασμό να επαναλάβω κάποια επιτυχία μου, όπως κάνουν άλλοι. Μολονότι ζω απ’ αυτό, δεν αγχώνομαι για «συνταγές επιτυχίας». Ποτέ μου δεν πιέστηκα κι από κανέναν για το τι θα γράψω κι αυτό το ’χω πληρώσει, αλλά δεν το μετανιώνω. Και ναι, είναι αλήθεια πως έχω γράψει ακόμα και κοινωνικοπολιτικά ανεξάρτητα πεζά μέσα από βιβλία όπως το «Κωδικός ελευθερία» (Δεκέμβρης του 2015) ή το «Ζωή με λες» (Δεκέμβρης του 2011). Υπήρχαν και πράγματα να ειπωθούν μέσα από το βλέμμα της πεζογραφίας, προκειμένου να ανατάξουμε ήθη και αξίες που δεν αποτιμώνται σε κόστη και ευρώ. Δεν είναι τα χρήματα το παν. Αναγκαία είναι, αλλά μπορείς να ζεις με λιγότερα. Όλα είναι τελικά μέσα στο μυαλό μας.
ΕΡΩΤ.: Ποιο βιβλίο σου θεωρείς πως γράφτηκε με τον πιο αλλόκοτο τρόπο; Υπάρχει κάτι που σε κάνει να βρεις τον ήρωά σου ή «Έτσι απλά συμβαίνουν όλα;»
ΑΠΑΝΤ.: Διακρίνω πως εντοπίζεις αλήθειες πίσω από τα βιβλία μου. Δύο είναι τα βιβλία που γράφτηκαν με τρόπο ανορθόδοξο: το «Ζωή με λες» που φαίνεται στη θεωρία πως ήτανε μια πιο απλή σειρά διηγημάτων ντυμένων με φωτογραφικό υλικό. Δεν μου ήταν αρκετό αυτό όμως. Πήρα το οκ από τον επιμελητή μου και ακύρωσα το σύνολο των διηγημάτων εκτός από ένα! Τα υπόλοιπα γράφτηκαν μέσα σε απόλυτο καθημερινό πανικό, πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Στα ανεξάρτητα πεζά διέκρινα μέσα από τις γνώμες των συνεργατών μου ότι έχω έφεση. Γι’ αυτό το επανέλαβα έπειτα από λίγα χρόνια, ήτανε ψυχικά και πολιτικά αναγκαίο. Το άλλο βιβλίο που γράφτηκε αλλόκοτα ήταν το τελευταίο μου μυθιστόρημα, το «Έτσι απλά συμβαίνουν όλα». Είχα στον νου μου μόνο το πρώτο κεφάλαιο. Κάθισα θυμάμαι πρώτη του Νοέμβρη του 2022, έξω είχε μια φοβερή καταιγίδα η οποία γέννησε το πρώτο μου κεφάλαιο. Έπειτα ο μύθος σ’ ένα βιβλίο που θίγει κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα ή θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα από σπαρταριστό χιούμορ, κατέβηκε από σκηνή σε σκηνή κι είναι σα να βλέπεις μια καλοστημένη ταινία!
ΕΡΩΤ.: Πρόσφατα παντρεύτηκες με τον επί 35 χρόνια σύντροφό σου και ένας από τους κουμπάρους ήταν ένας νέος πολιτικός που απασχολεί τα ΜΜΕ; Πώς πρόκυψε αυτή η φιλία;
ΑΠΑΝΤ.:Πρώτιστα ας αφαιρέσουμε τα ΜΜΕ γιατί δεν έπαιξαν κανέναν απολύτως ρόλο σ’ αυτή μας την απόφαση. Ενταγμένος στον καθημαγμένο ΣΥΡΙΖΑ είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω προσωπικά, να του μιλήσω και ομολογώ ότι με κέρδισε ως πρόσωπο και ως άνθρωπος ο Στέφανος Κασσελάκης. Ήθος, διαφάνεια, καθαρότητα στο βλέμμα και στον λόγο του. Αυτό το νεαρό παλικάρι ξεχωρίζει από τους συνήθεις Έλληνες πολιτικούς γιατί ενέχει ενσυναίσθηση ως πολιτικός. Του μιλάς για κάτι δυσάρεστο ή στενάχωρο και βλέπεις τα μάτια του να μορφάζουν, ακόμα και να δακρύζουν. Το ’χετε δει και σε άλλους πολιτικούς αυτό;
ΕΡΩΤ.: Έχεις δηλώσει κάποια στιγμή πως οι ήρωές σου είναι δικοί σου άνθρωποι. Χαρακτήρες που έχεις γνωρίσει στη ζωή σου. Αυτό σημαίνει πως τα γεγονότα γύρω σου σε επηρεάζουν;
ΑΠΑΝΤ.: Τα πάντα και οι πάντες γύρω μου με επηρεάζουν. Συνήθως όμως, παίρνω στοιχεία, συναισθήματα, σωματότυπους ή χαρακτήρες τους οποίους μεταπλάθω σε κάτι άλλο, καινούργιο και αυτόνομο, δικό μου εφεύρημα και πατέντα! Κι από κει και πέρα, αυτά τα νέα πρόσωπα, γίνονται πρόσωπα της ζωής μου, λες και υπήρξαν στ’ αλήθεια!
ΕΡΩΤ.: Σπούδασες υποκριτική… Πόσο υποκριτική βλέπεις να είναι η ελληνική κοινωνία σήμερα; Πώς αξιολογείς το πολιτικό σκηνικό;
ΑΠΑΝΤ.: Τραγικό είναι το πολιτικό τοπίο και άθλιο και άρρωστο! Η υποκριτική είναι τέχνη, η υποκρισία είναι μια εγκληματική και δόλια συνθήκη. Το να αναπαράγονται και να αλληλεπιδρούν τα ψέματα από τα στόματα των πολιτικών ως τα ΜΜΕ κι έπειτα πάλι πίσω, θεωρώ ότι είναι κάτι που μας αποσυντονίζει και μας κάνει να χάνουμε το θέμα που είναι η Πολιτική στην πατρίδα μας και η έντιμη άσκησή της.
Η προπαγάνδα των συστημικών μέσων, πολιτικών και δημοσιογράφων που αγωνίζονται για τις καρέκλες τους κι όχι για το μέλλον μας, με καταθλίβει.
ΕΡΩΤ.: Πιστεύεις πως όσο και αν «Ο Απρίλης στάθηκε Αλήτης» υπάρχει ελπίδα για καλύτερο κόσμο; Για μέρες με περισσότερη λιακάδα; Για κλειδαριές που δεν θα χρειάζονται;
ΑΠΑΝΤ.: Όταν έχουμε επιζήσει τα τελευταία πολλά χρόνια μέσα από πολιτικές κρίσης, μνημονίων, καραντινών αλλά και προσωπικών απωλειών σε ατομικό πλαίσιο για τον καθένα από μας, το μόνο που μπορώ και προτείνω είναι να συνεχίζουμε να ελπίζουμε. Όταν τόσα πολλά μαζί τρέξανε όλο και χειρότερα, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα ξαναδούμε λιακάδες στις ζωές μας.
ΕΡΩΤ.: Ποιο είναι το συγγραφικό σου όραμα; Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο;
ΑΠΑΝΤ.: Μολονότι η οπτική μου αναπηρία με δυσκολεύει, ταυτόχρονα αυτή με κάνει πιο δυνατό, ονειροπόλο, επίμονο. Φυσικά κι ετοιμάζω κάτι καινούργιο, πάντα ετοιμάζω κάτι καινούργιο! Και το προσωπικό μου στοίχημα είναι να μην επαναλαμβάνομαι. Μέσα στο 2025 ελπίζω με το καλό, να ’χουμε να κουβεντιάζουμε για ένα ακόμα ιδιαίτερο μυθιστόρημα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά…
Το Σάββατο 14 Ιουνίου στις 19:00 το απόγευμα συζητάμε με τον ίδιο τον συγγραφέα την δουλειά του στους χώρους της λογοτεχνίας. Στην βόρεια αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Γιαννιτσών ο ο εκδότης Νικόλας Τελλίδης θα διαβάσει αποσπάσματα.
Για τον ίδιο και τα βιβλία του θα μιλήσουν η βουλευτής Πέλλας του Κινήματος Δημοκρατίας και αντιπρόεδρος των Ευρωπαίων Δημοκρατών, Θεοδώρα Τζάκρη και η δημοσιογράφος ΆνναΜαρία Σαββίδου.

Μη λησμονήσετε αύριο το μεσημέρι στις 12.30 μ.μ. το ραδιοφωνικό ολοζώντανό μας ραντεβού με την αγαπημένη μας Βίκυ Καποτά που επιμελείται και παρουσιάσει την εκπομπή «Η ομορφιά της τέχνης και του λόγου» και μεταδίδεται από την ΕΡΤ ΒΟΛΟΥ! Θα κάνουμε πιο ενδιαφέρον το μεσημέρι σας!
«Τα χρόνια της υπερέντασης» • Κριτική βιβλίου από την Εύα Πάτση για το ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ



