Kulturosupa.gr • Η λογοτεχνική λιακάδα του Γιάννη Φιλιππίδη, ένα βιβλίο ύμνος στη ζωή. Διαβάσαμε και Σχολιάζουμε.


Διάβασε και σχολιάζει η Μαρία Διαμαντοπούλου. 
Είναι κάτι βιβλία που σε στοιχειώνουν. Που σου σκαλίζουν τα σωθικά, σε ταράζουν, σου προκαλούν «τον έλεον και τον φόβον», που έλεγαν και οι αρχαίοι. Δεν πρόκειται για απλές αφηγήσεις μιας ιστοριούλας, με αρχή, μέση και τέλος, που τις ξεχνάς δέκα λεπτά αφού κλείσεις το οπισθόφυλλο. Αντίθετα, σε κυνηγάνε πολύ καιρό μετά, σου έρχονται στο μυαλό σε άσχετες στιγμές και σε κάνουν ν’ αναθεωρήσεις πολλά για τη δική σου ζωή και το νόημά της. Όπως το «Είχε λιακάδα σήμερα», του Γιάννη Φιλιππίδη. Πρόκειται για ένα βιβλίο που θίγει τόσα πολλά και καίρια θέματα, ώστε δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις. Όλα, ωστόσο, δένουν αρμονικά και εξυπηρετούν το σκοπό τους, χωρίς να δίνουν την εντύπωση της προχειρότητας ή της αμηχανίας. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Γιάννης Φιλιππίδης δημιουργεί ένα ξεχωριστό λογοτεχνικό υφαντό, με νήματα ζωής και θανάτου, αγάπης και μίσους, με κοινό παρονομαστή την ανθρώπινη μοίρα.

.
Η υπόθεση: Αθάνατη ελληνική επαρχία, την εποχή της Δικτατορίας. Ένα φοβισμένο αλλά και αποφασισμένο νέο κορίτσι, η Ισμήνη, το σκάει από την πατρική εστία. Δεν είναι μόνη .Μέσα της κουβαλάει ένα παιδί, καρπό μιας επιπόλαιης σχέσης, όπως αυτές που κάναμε όλοι μας σε εκείνες τις ηλικίες, πειραματιζόμενοι με τη ζωή και τον έρωτα. Η Ισμήνη έχει πολλούς λόγους να φύγει και ο κυριότερος είναι ο πατέρας της, ένας τυπικός συντηρητικός αστός, ο Ανέστης.  Νοικοκυραίος, «κυρ Παντελής», που όλα τα έχει τακτοποιήσει και έχει το κούτελο καθαρό για την κοινωνία. Δε θα αφήσει μια κοριτσίστικη τρέλα να του χαλάσει τα σχέδια! Μια άμβλωση και ένα πολύφερνο προξενιό θα δώσουν άμεσα τη λύση, μια λύση που δεν περιλαμβάνει τη γνώμη της άμεσα ενδιαφερόμενης. Δε θα αφήσει την κόρη του να γίνει σαν την άσωτη αδερφή του, την Πέρσα, που έκανε τα ίδια! Το έσκασε για την Αθήνα με τον μουσικό, χωρίς την έγκρισή του. Ας έγινε μεγάλη και τρανή στη συνέχεια. Παραμένει στο μυαλό του μια ανήθικη, μια άσωτη. Πιο πολύ όμως τον πονάει που η Πέρσα τον αψήφησε. Αυτόν, τον άντρα, το αφεντικό, που ορίζει τις ζωές όλων. Η γυναίκα του και η κόρη του είναι περιουσία του και θα τις διαθέσει όπως θέλει!

Η Ισμήνη δεν έχει δει ποτέ τη μυστηριώδη θεία Πέρσα, παρά μόνο στα περιοδικά. Η Πέρσα είναι σταρ του πενταγράμμου, που ζει ωστόσο στη σκιά. Ο αδερφός της την έχει ξεγράψει, μετά την αποκοτιά της. Για την Ισμήνη, όμως, η Πέρσα είναι το ύστατο καταφύγιο, η μόνη λύση για να γλιτώσει το παράνομο φόνο του αγέννητου παιδιού της και τη ζωή γλάστρας που θα της επιβάλλει ο πατέρας της. Η θεία Πέρσα θα περιθάλψει την Ισμήνη, θα την καταλάβει και θα τη βοηθήσει, ερχόμενη σε άμεση σύγκρουση με τον αυταρχικό, αλαζόνα αδερφό της. Μια γυναίκα χειραφετημένη, ευαίσθητη και πονεμένη, δεν έχει χρόνο ν’ ασχοληθεί με «Ανέστηδες». Χορτάτη και γεμάτη απ’ όλα, βιώνει με αξιοπρέπεια τόσο τη διασημότητα της ,όσο και τις προσωπικές της απώλειες. Η Πέρσα γίνεται μητέρα, σύντροφος, δασκάλα της ανιψιάς της και τη βοηθά να χτίσει μια νέα, δική της, υπέροχη ζωή. Ως δορυφόροι αγάπης κινούνται κοντά τους και άλλα πρόσωπα, που δίνουν το δικό τους στίγμα στην ιστορία και στη ζωή της Ισμήνης. Μια ζωή που θα πάρει σκοτεινή τροπή. Ο ήλιος θα κρυφτεί από βαριά, μαύρα σύννεφα. Η λιακάδα, όμως, δίνει αξία σε όλα, ακόμα και στο τραγικό τέλος. Όσα ζούμε με τους αγαπημένους μας, οι στιγμές αγάπης και ευτυχίας, δίνουν λάμψη στο μωσαϊκό της ζωής μας, είτε είναι μικρό, είτε μεγάλο. Αυτό μένει τελικά και αυτό αξίζει.

Διάβασε το: ένα βιβλίο που θα σου δώσει πολλά «χαστούκια», μέσα από την ιστορία των ηρώων. Ένα βιβλίο που τολμάει να μιλήσει για πολλά και άρρητα, για μια εποχή που δυστυχώς πολλοί ακόμα τη νοσταλγούν .Μια εποχή που οι περισσότερες χρόνιες ασθένειες ήταν καταδίκη σε θάνατο και η ζωή μετριόταν με συμβάσεις. Θα σκεφτείς πολλά για τον εαυτό σου, το νόημα της ύπαρξης, το τίμημα των επιλογών σου. Όλα αυτά δοσμένα, από μια λυρική, ευαίσθητη πένα ενός ανθρώπου τρυφερού και δοτικού. Ενός ανθρώπου που μετουσιώνει τη δική του περιπέτεια και πρόκληση σε τέχνη του λόγου.

Μην το διαβάσεις: αν θέλεις απλά μια ευχάριστη ιστορία να περάσει η ώρα χωρίς πολλούς προβληματισμούς.

Πηγή: 

ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ • «ΕΙΧΕ ΛΙΑΚΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη


ον εξαίρετο Γιάννη Φιλιππίδη τον πρωτογνώρισα συγγραφικά μέσα από ένα βιβλίο του το οποίο δεν θα πάψω να προτείνω σε όλους τους φίλους αναγνώστες ως ένα από τα πιο πρωτότυπα και ενδιαφέροντα αναγνώσματα που έχω έως τώρα διαβάσει: τη συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο «Μα, Το Ψάρι Είναι Φρούτο», που κυκλοφορεί από την αγαπημένη Άνεμος Εκδοτική. Κάθε μία από τις οκτώ αλησμόνητες ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό μίλησε απευθείας στην καρδιά μου και με έπεισε διά παντός πως αξίζει να ακολουθώ το έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα. Οι αναγνώσεις των υπόλοιπων βιβλίων του Γιάννη Φιλιππίδη επαλήθευσαν αυτήν την πρώτη μου εντύπωση και πλέον, οριστικά και αμετάκλητα, ανήκω στις πιο πιστές αναγνώστριές του. Το νέο του μυθιστόρημα το οποίο κυκλοφόρησε μέσα στον Μάρτη που μας πέρασε, πάντοτε από την Άνεμος Εκδοτική, με τον αλληγορικό τίτλο «Είχε Λιακάδα Σήμερα», θα έχει για πάντα μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά και στη βιβλιοθήκη μου, καθώς είχα την τιμή και τη χαρά να συμμετέχω στη διαδικασία της έκδοσής του ευθύς εξαρχής, αναλαμβάνοντας τη διόρθωσή του. Μικρή φυσικά η συμβολή μου σε ένα έργο που έχει από μόνο του τα φόντα για να διαγράψει μια μακρά και επιτυχημένη πορεία, καθώς καταπιάνεται με σημαντικότατα ζητήματα όπως η αγάπη, η ευτυχία, η αλήθεια της ζωής και η διαχείριση αυτής μέχρι το αναπόφευκτο τέλος της.
          Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η χώρα μας έχει βυθιστεί στο τέλμα και την τρομοκρατία της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η ελληνική κοινωνία ακόμα δεν έχει καλά καλά αποτινάξει από πάνω της τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα του οπισθοδρομικού παρελθόντος της και έχει ήδη νιώσει καλά στο πετσί της τις τακτικές της χούντας, όπως είναι η παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνομιλιών, η ανελευθερία του Τύπου, της μουσικής και των τεχνών, τα συχνά άνευ λόγου πήγαινε-έλα στα παντοδύναμα αστυνομικά τμήματα, η αυστηρά καθοδηγούμενη εκπαίδευση και οι πολυάριθμες εξορίες των αντιφρονούντων στα νησιά της άγονης γραμμής. Δύο νέες γυναίκες προσπαθούν να βρουν την πραγματική τους ταυτότητα και την πολυπόθητη ευτυχία, πολεμώντας για την ανεξαρτησία τους με το στενόμυαλο, επαρχιώτικο περιβάλλον της οικογένειάς τους. Η μία, η Ισμήνη, βρίσκεται ακόμα στην πρώτη της νεότητα, όταν όλα μοιάζουν δυνατά και καινούργια και όταν ο έρωτας είναι σφοδρός, μοναδικός και αξεπέραστος. Η άλλη, η Πέρσα, βρίσκεται στη δεύτερη νεότητά της, όταν πια οι εμπειρίες έχουν αφήσει τα ανεξίτηλα σημάδια τους πάνω στην ψυχή της, αλλά κι όταν υφίσταται ακόμα η όρεξη για ζωή και για πάλη ώστε να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος όλα όσα ονειρεύεται. Δύο γυναίκες τις οποίες, αν και δε γνωρίζονται ακόμη, η μοίρα και τα γεγονότα θα τις φέρουν κοντά, θα τις συνδέσουν με άρρηκτους δεσμούς και θα ενώσουν τα πεπρωμένα τους με τρόπο οριστικό και αδιαπραγμάτευτο.
          Η Ισμήνη το σκάει από μια καταπιεστική οικογένεια, με έναν πατέρα δυνάστη και στενόμυαλο, με πεποιθήσεις χουντικές, που ποτέ δεν είδε με καλό μάτι τη γυναικεία ανεξαρτησία, και μια μάνα άβουλο θύμα στα χέρια του. Η απροσδόκητη και ανεπιθύμητη για όλους, εκτός από την ίδια, εγκυμοσύνη τής κοπέλας θα την ωθήσει στο να σπάσει τα αόρατα δεσμά της οικογένειάς της, φεύγοντας στα κρυφά και αναζητώντας καταφύγιο στο πιο απρόσμενο άτομο. Η Ισμήνη είναι αποφασισμένη να κρατήσει το μωρό της, αγνοώντας τις προσταγές της κλειστής κοινωνίας όπου ζει και επιδιώκοντας να βρει ένα μέρος που θα της προσφέρει την ασφάλεια και την ηρεμία που χρειάζεται. Από την άλλη, η ήδη χειραφετημένη και ανεξάρτητη Πέρσα, έχοντας κιόλας ζήσει τον μεγάλο και μοναδικό έρωτα της ζωής της, έχοντας μεσουρανήσει ως μία καταξιωμένη καλλιτέχνιδα στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού και έχοντας βιώσει τραγικές απώλειες, παλεύει με τις μνήμες που την κατακλύζουν συνεχώς και με ένα μέλλον το οποίο δεν είναι σίγουρη πως θέλει να το ζήσει. Παρόλο που οι δύο γυναίκες ενώνονται με το ίδιο αίμα, αυτό που τελικά θα τις ενώσει πραγματικά είναι οι όμοιες ανυπότακτες ψυχές τους και το κυνήγι μιας εφήμερης αλλά τόσο ολοκληρωτικής ευτυχίας, μιας ευτυχίας που φτάνει για δέκα ζωές, όχι μόνο για μία.
          Ο συγγραφέας υφαίνει αριστοτεχνικά ένα κοινωνικό μυθιστόρημα από αυτά που χαράζουν την ψυχή μας, καθώς μιλούν απευθείας στην καρδιά και γι’ αυτό μας συγκινούν βαθιά. Μέσα από τις ιστορίες και την εξέλιξη της σχέσης των δύο κύριων ηρωίδων του, μας θέτει προαιώνια ερωτήματα για τη ζωή, την ανθρώπινη φύση, την ευτυχία, την εκπλήρωση πόθων και ονείρων, αλλά και την αντιμετώπιση του αναπόφευκτου τέλους, που άλλοτε έρχεται στην ώρα του και άλλοτε απρογραμμάτιστα και πρόωρα. Τι έχει μεγαλύτερη σημασία, το μήκος της ζωής μας ή ο τρόπος με τον οποίο την ξοδεύουμε; Ό,τι κι αν κάνουμε, όσο κι αν προσπαθήσουμε, μπορούμε άραγε να γνωρίζουμε πότε θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου για εμάς ή μήπως θα πρέπει να ζούμε την κάθε μέρα μας δίνοντας και παίρνοντας αγάπη και ζώντας εμπειρίες με μόνο γνώμονα την ευτυχία μας; Ο Γιάννης Φιλιππίδης στο νέο του μυθιστόρημα «Είχε Λιακάδα Σήμερα» μάς απαντά σε όλα τα παραπάνω, αλλά και σε πολλά περισσότερα. Μας θέτει καίρια ερωτήματα και κεντρίζει τη σκέψη μας, ώστε να αναλογιστούμε μήπως θα ήταν καλύτερα να ζήσουμε την, έτσι κι αλλιώς, πεπερασμένη ζωή μας εκμεταλλευόμενοι την κάθε στιγμή της σαν να ήταν η τελευταία. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στον αγαπημένο συγγραφέα για το νέο του βιβλίο, το οποίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Μετριέται άραγε η ευτυχία; Αλλά γιατί; Μήπως μετριέται η ίδια η ζωή μας; Έχουμε τη δύναμη να την προσδιορίσουμε χρονικά, να βάλουμε τις προϋποθέσεις ή μήπως είμαστε απλά πλατανόφυλλα, γεννημένοι στα κλαδιά ενός αρχαίου δέντρου, που ακολουθούν το πεπρωμένο μιας μοίρας αντίστοιχης με τη δική μας; Φύτρα, λαμπερό πράσινο φύλλο ως το προδιαγραμμένο κιτρίνισμα λίγο πριν την πτώση, ένα με το χώμα, αυτό από το οποίο προερχόμαστε.

Δυο χειραφετημένες νεαρές γυναίκες θ’ αποδράσουν από τη λάσπη της ίδιας επαρχίας, που θα επέβαλλε σ’ αυτές τον μαρασμό. Δεν έχουν ξανασυναντηθεί, ωστόσο θα σμίξουν για πάντα στο παρόν και το κοινό τους μέλλον. Τις ενώνει το ίδιο αίμα, οι ανυπόταχτες ψυχές τους ένας ατσάλινος κρίκος ζωής. Έχουν πληρώσει και οι δύο το ίδιο τίμημα: την αβεβαιότητα του φόβου για τη φυγή τους, με φόντο τη σκοτεινή και δυσοίωνη πολιτικά εποχή των δεκαετιών του ’50-’70.

Ο χρόνος ωστόσο; Πότε και γιατί πρέπει να συμβαίνει οι ζωές των ανθρώπων να ρίχνουν τίτλους τέλους; Είναι αναγκαίο άραγε να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας με την πεποίθηση ότι θα ζήσουμε ως τα βαθιά μας γεράματα, κερδίζοντας τον θάνατο; Μα, το ζήτημα είναι να κερδίσουμε την ίδια μας τη ζωή. Όση και να 'ναι σε μετρήσιμη διάρκεια.

Ένα μυθιστόρημα-ποταμός από τη μοναδική, λυρική πένα του Γιάννη Φιλιππίδη που σαγηνεύει, καθηλώνει, συγκινεί και κατακτά τον αναγνώστη, αφήνοντάς του μια ανεξίτηλη γλυκόπικρη γεύση.

Πηγή: 

now24gr • Ο Γιάννης Φιλιππίδης μιλάει στη Μαίρη Γκαζιάνη για το νέο βιβλίο του «Είχε λιακάδα σήμερα»


Απο την Μαίρη Γκαζιάνη
 
  «Δεν είναι δυνατό να γράψεις ένα μυθιστόρημα, αν στ’ αλήθεια δεν αισθάνεσαι πρώτος εσύ, διάφανος κι αληθινός με τα συναισθήματά σου» αναφέρει ο συγγραφέας Γιάννης Φιλιππίδης.

Δεν είναι τυχαίο ότι, τα βιβλία του έχουν πάντα μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές των αναγνωστών, γι΄ αυτό και όλα συγκαταλέγονται στην κατηγορία των best sellers.  Με το νέο μυθιστόρημά του  «Είχε λιακάδα σήμερα», η δυνατή συγγραφική πένα που διαθέτει, οδηγεί πρώτα τον ίδιο και στη συνέχεια τους αναγνώστες να εισχωρήσουν στα μονοπάτια της εσωτερικής συναισθηματικής φόρτισης των ηρώων του.

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Γιάννη πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο σου με τίτλο «Είχε λιακάδα σήμερα». Τι κρύβεται πίσω απ’ αυτή τη λιακάδα;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: Πρώτιστα κρύβονται άνθρωποι, ενυπάρχουνε ψυχές ανθρώπων, που αξίζει να γνωρίσουμε καλύτερα, έχουν πράγματα να πράξουν με τη συγκατάβαση και την ενσυναίσθηση του αναγνώστη. Αν ωστόσο δε γνωρίζαμε τι είναι η καταιγίδα ή ο κακός καιρός, δεν θ’ απολαμβάναμε τη λάμψη του ήλιου. Λάμψη στην ψυχή λοιπόν είναι η λιακάδες, σκοτεινές εποχές, γεγονότα στην εξέλιξή τους, δυσάρεστα και μη αναστρέψιμα απρόοπτα, είναι οι άλλες, οι σκοτεινές στιγμές. Είναι εκεί, που το ρήμα «Έχει» από τον τίτλο του βιβλίου αυτού, μετατρέπεται από μόνο του θαρρείς, σε «Είχε».

Μ.Γ.: Αν «Είχε λιακάδα σήμερα» τις υπόλοιπες ημέρες τι είχε;

Γ.Φ.: Τις άλλες μέρες ενείχε και ενέχει ζωή για όλους μας, ζωή σε κάθε της έκφανση. Εγώ παιχνιδίζω με τον τίτλο και το αφήνω σε χρόνο παρατατικό, λες κι επρόκειτο για μια στιγμή. Στην πραγματικότητα, αναφέρομαι σε όλες τις στιγμές μας, τόσο τις δικές μας, όσο και των χάρτινων ηρώων μου. Στιγμές που άλλοτε προσανατολίζονται στο φως κι άλλοτε πάλι στο γκρίζο• ή ακόμα χειρότερα: στο μαύρο των συναισθημάτων μας.

 Μ.Γ.: Για άλλη μια φορά η κεντρική ηρωίδα σου είναι γυναίκα. Ποια ανάγκη σε ωθεί να καταπιάνεσαι κυρίως με ιστορίες που αφορούν γυναίκες και πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι για σένα να εισχωρήσεις στη γυναικεία ψυχοσύνθεση;

Γ.Φ.: Ο βραβευμένος για την «Πέτρα της υπομονής» Ατίκ Ραχίμι, έχει πει, πως χρωστάμε οι άντρες συγγραφείς στις γυναίκες. Υποσυνείδητα ή ασυνείδητα συχνά, πιστεύω εγώ. Αλλά λειτουργεί. Όπως λέει και κείνος, οι γυναίκες είναι σύντροφοι, μάνες, κόρες. Οι γυναίκες εκπέμπουν το φως, θα προσθέσω εγώ. Είμαι τεμπέλης στη γραφή κι ας μη φαίνεται από τη βιβλιογραφία μου ως τώρα. Αλλά χρειάζομαι συχνά μια καινούργια γυναίκα ηρωίδα, να την ερωτευθώ, να λυθώ σ’ ένα συγγραφικό ταξίδι μαζί της ως το δικό της γίγνεσθαι μιας μυθοπλασίας που μόλις γεννιέται.

 Μ.Γ.: Σε ποια εποχή διεξάγεται η ιστορία που περιγράφεις στο βιβλίο σου;

Γ.Φ.: Διάλεξα δυόμισι δεκαετίες αρκετής αθωότητας για τους περισσότερους από μας, τη δεκαετία του 50, του ’60 κι εκείνην του ’70 ως τα μισά της σχεδόν. Ήθελα να αντλήσω γοητεία από κείνα τα χρόνια. Ήθελα τον καλύτερο κόσμο που ονειρεύονταν, τα όνειρά τους, την ασφάλεια που ένιωθαν μεταξύ τους, ακόμα και σε εποχές πολιτικά και κοινωνικά δύσκολες με φόντο μια Ελλάδα διχασμένη πρόσφατα από έναν πολυετή εμφύλιο πόλεμο, όλο αυτό το σκηνικό υπάρχει στην ιστορία μου, αν και για μένα, φέρνω σε γκρο πλαν τους δικούς μου πρωταγωνιστές, ελάχιστα την εποχή και τις τάσεις της. Ήτανε αναγκαίο να κάνω λίγη παραπάνω έρευνα, στην οποία χρειάστηκε να μου πούνε πράγματα, που δε βρίσκεις εύκολα στο διαδίκτυο, είναι πληροφορίες που δίνονται μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο. Σε πολλά μέρη τους, καθόρισαν στιγμές από το βιβλίο στο σύνολό του. Αλλά με γνωρίζεις σα συγγραφέα καλά και το εκτιμώ πολύ: σημασία για μένα έχουν πάντα τα πρόσωπα• τα θέλω, το σκοτείνιασμα του νου ή μια λαμπερή λιακάδα. Αυτά εμπνέομαι πάντα να φέρνω μπροστά.

Μ.Γ.: «Μόνη είχε μεγαλώσει σε χρόνια που η κοινωνία άλλαζε…» (σελ. 10) γράφεις για την Ισμήνη. Δεδομένου ότι ήταν και μοναχοκόρη, ποια ήταν η σχέση της με τους γονείς της;

Γ.Φ.: Η Ισμήνη ζει την επανάσταση των παιδιών των λουλουδιών από μακριά, μέσα από μια μικροαστική πόλη της περιφέρειας. Ως μοναχοκόρη, ο οπισθοδρομικότατος πατέρας, θέλει να την «εμπορευθεί» στεγνά και ειδικότερα, να την παντρέψει «μ’ ένα καλό παιδί», όπως του υπαγορεύουν τα χουντοβασιλικά ένστικτά του. Το κορίτσι αυτό είναι για κείνον, μια κοινωνική και οικονομική τουλάχιστον άμεσα μελλοντική, επένδυση. Αλλά θα του φύγει μέσα από τα χέρια την κατάλληλη στιγμή. Γιατί έτσι ήθελα εγώ ως συγγραφέας, έτσι φρονώ πως θα ‘τανε το δίκιο και για το κοινό μας αίσθημα.

Μ.Γ.: «Ένα όρθιο μάλιστα» αποκαλεί τη μητέρα της η Ισμήνη. Την λυπάται ή την περιφρονεί;

Γ.Φ.: Χαίρομαι που βάζεις τόσο εύστοχα, αυτά τα δύο τόσο καίρια ρήματα. Αλίμονο, ταυτόχρονα η Ισμήνη, συμβαίνει να λυπάται για την τρέχουσα ζωή της άβουλης μητέρας της, έτσι όπως είναι πάντα υποτακτική σ’ έναν άντρα, που δεν το αξίζει, πρώτιστα επειδή την υποτιμά, όπως και την κόρη του την ίδια, αυτός σκέφτεται, αυτός κρίνει ότι αποφασίζει για όλα. Από την άλλη η μοναχοκόρη Ισμήνη την περιφρονεί κιόλας. Της χρεώνει το γεγονός ότι δεν επαναστάτησε, να πάρει την ίδια ως παιδί και να φύγουν ή να θέσει άλλες διεκδικήσεις στην ευλογημένη από Θεό κι ανθρώπους ένωση με τον άντρα της, που μόνο ως αντιπρότυπο συζύγου μπορεί να χαρακτηριστεί.

Μ.Γ.: Η Ισμήνη και η θεία της Πέρσα μοιάζουν να έχουν ίδιες ζωές σε διαφορετικές εποχές. Από που άντλησαν δύναμη για την επανάστασή τους απέναντι στον ίδιο άνθρωπο, τον Ανέστη, αδερφό για την Πέρσα, πατέρα για την Ισμήνη, με μερικά χρόνια διαφορά;

Γ.Φ.: Τις ήθελα εγώ έτσι. Δανείστηκα την έννοια της ποιητικής άδειας, πρόσθεσα μαγικό ρεαλισμό στην εικόνα που σχημάτιζα. Ήθελα μ’ αυτόν τον τρόπο, η ιστορία να επαναληφθεί δυο φορές και μάλιστα, σε δύο διαφορετικές εκδοχές, που μοιάζουν στο δέσιμο με τους ανθρώπους που ερωτεύονται στη ζωή, καθόλου σε άλλες καίριες συνθήκες, που θα φέρει ο καιρός κι η διαφορετική τους μοίρα. Για τον γραφικό επαρχιώτη και «τσιμεντέμπορα» όπως τον αποκαλεί η αδερφή του η Πέρσα κάπου, δε χρειάζεται να πούμε πολλά. Μόνο ότι είναι πολύ μικρός ως νους κι ως άνθρωπος για το περιβάλλον γύρω του, πολλώ δε μάλλον για κείνες. Κι ότι δεν μαρτυρήσει ο ίδιος ο συγγραφέας για το ποιόν του, θα το πουν στον αναγνώστη/στρια του βιβλίου, οι ίδιες οι ηρωίδες.

Μ.Γ.: Δεδομένου ότι, πριν η Ισμήνη εγκαταλείψει το σπίτι της, δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, που οφείλεται ο «απροσμέτρητος ψυχικός συντονισμός» θείας και ανιψιάς;

Γ.Φ.: Κοίταξε να δεις. Υπάρχει μια εκ προοιμίου μονόπλευρη γνωριμία από τη μεριά της ανιψιάς. Τη βλέπει σε δισκοπωλεία, διαβάζει για κείνην προσωπικά στοιχεία σε λαϊκά περιοδικά κι εφημερίδες της εποχής, που δεν ήξεραν ακόμα τον όρο του κιτρινισμού, αλλά τον εξέφραζαν με σφοδρότητα. Η θεία και περιώνυμη Πέρσα από την άλλη παίρνει ένα γράμμα και πριν καν προλάβει να αντιδράσει κατά τα δικά της δυναμικά ήθη, της προκύπτει ένα κορίτσι στο κατώφλι, που χρειάζεται την προστασία της. Έχοντας χάσει σε βρεφική σχεδόν ηλικία το δικό της κορίτσι και με δεδομένο ότι η ιστορία της μικρής μοιάζει τόσο με τη δική της, είναι αυτό που δίνει ζεστασιά στην ανθρώπινη βαθιά σχέση που θα δημιουργεί με το χρόνο μεταξύ τους. Όσο κι αν συμβεί να κρατήσει αυτός.

Μ.Γ.: Η Πέρσα στάθηκε στην Ισμήνη με κάθε τρόπο από την πρώτη στιγμή που ζήτησε τη βοήθειά της. Το έκανε μόνο από αγάπη ή στις πράξεις της περιλαμβανόταν και η εκδίκηση απέναντι στην συμπεριφορά του Ανέστη προς την ίδια, πολλά χρόνια πριν;

Γ.Φ.: Χρειάστηκε να ψηλαφίσω αρκετά την ψυχή της για να το νιώσω, όπως πραγματικά το αισθάνομαι: το βασικότερο, είναι ότι προκύπτει το κορίτσι. Στην πραγματικότητα, τον αδερφό της τον έχει αφήσει να βουλιάζει στη λάσπη του δικού του επαρχιώτικου πνεύματος, έχει αλλάξει όνομα, η μνήμη της είναι επιλεκτική, γιατί οφείλει να ‘χει τη δύναμη να κοιτάξει μπροστά. Αλλά αυτό δε σημαίνει, ότι δε χαίρεται να τρελάνει ή να κατεβάσει στο επίπεδό του, τον άνθρωπο που δεν αξίζει να ’χει γνώμη ούτε στη δική της περίπτωση, ούτε όμως και σ’ αυτήν της κόρης της.
O συγγραφέας Γιάννης Φιλιππίδη μαζί με τη συγγραφέα Μαίρη Γκαζιάνη

Μ.Γ.: Και οι δυο γυναίκες εγκατέλειψαν την οικογενειακή εστία λόγω εγκυμοσύνης και προκειμένου ν΄ αποφύγουν τις επιβολές του πατέρα και αδερφού. «Τι θα πει ο κόσμος;» είναι η σκέψη του Ανέστη στις εγκυμοσύνες τους. Πιστεύεις ότι αυτή η φράση έχει εξαλειφθεί σήμερα από το μυαλό των γονιών;

Γ.Φ.: Αλίμονο, και βέβαια όχι.  Αλλά κι αν οι γονείς στη διαδικασία επιλογής συντρόφου από το ή τα παιδιά τους είναι αποδεκτή ή απλά καταπίνεται, ο κόσμος είναι Ο κόσμος. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι βλέπεις γύρω μας με ελλιπή χαρακτηριστικά ζωής και τέτοια πλήξη, που τους γίνεται εθισμός το να παρακολουθούν τις ζωές των άλλων κι αυτό δυστυχώς επεκτείνεται διαρκώς. Τι γίνεται όταν δυο διαφορετικά σε εθνότητα-φύλο ή καταγωγή άτομα, σμίξουν μεταξύ τους, για να φέρνω ένα εμφανές παράδειγμα. Οι γονείς, ενδέχεται να το δεχτούν. Η κοινωνία όμως; Γιατί αυτή είναι ο «κόσμος». Που κρίνει κι επικρίνει, χωρίς να δρα ή ζώντας στο δικό της κόσμο, αλλά δε χαλιέται στο ν’ ασχοληθεί για την εκτόνωσή της και με τους άλλους. Καταλαβαίνεις βέβαια, ότι ξεφεύγω από τους γονείς, παίρνω/βλέπω το θέμα λίγο πιο σφαιρικά. Και ποιος είναι στ’ αλήθεια αυτός ο κόσμος που θα ορίσει την ευτυχία και το μέλλον δυο ερωτευμένων ανθρώπων;

 Μ.Γ.: Τι ήταν αυτό που αναγνώρισαν μεταξύ τους ο Μάνος με την Ισμήνη κι ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά;

Γ.Φ.: Η ειλικρίνεια στα βλέμματά τους, οι διάφανες σκέψεις που διαφάνηκαν, πριν καν ειπωθούν. Τους ενώνει η καλή πίστη, ότι γνωρίζονται χωρίς να ‘χει αυτό προκύψει καν από φλερτ. Κι αυτό, τους ιντριγκάρει θαρρώ ακόμα παραπάνω, τους δένει με τρόπο οριστικό.

Μ.Γ.: Ο Μάνος αποδέχτηκε την εγκυμοσύνη της Ισμήνης και στάθηκε δίπλα της. Από που πήγαζε η ανιδιοτέλειά του;

Γ.Φ.: Ήθελα να εκφράσω την εκ πεποιθήσεως αθωότητα, που εξέφραζαν πολλά από τα παλικαράκια της εποχής του. Έχουμε το κορίτσι; Ναι, αλλά έχει και κάτι μαζί του. Αν ήμασταν σήμερα εσύ και γω σε κείνην την εποχή, δε θα μπαίναμε καν στον κόπο να κάνουμε αυτή την κουβέντα. Οι γονείς του δεν θα ‘χαν κάποιο ειδικό πρόβλημα, ο ίδιος είχε μεγαλώσει σ’ ένα διαφορετικό πολυπολιτισμικό για τα μέτρα της εποχής του, περιβάλλον.

 Μ.Γ.: Η οικογένεια του Μάνου είναι εντελώς διαφορετική από την οικογένεια της Ισμήνης, αγάπη και κατανόηση στη μια, απαξίωση και οργή στην άλλη. Που οφείλονταν οι ρίζες των συναισθημάτων των γονιών τους;

Γ.Φ.: Στόχος μου ήταν να εκφράζω την εποχή που τρέχει με το βλέμμα στο μέλλον, που αλλάζει τα πάντα και τους πάντες και να την παραθέσω πλάι στην οπισθοδρόμηση που εκφράζει η οικογένεια του Ανέστη, όχι άδικα, μιας κι είναι χαμένη στην υπανάπτυκτη επαρχία. Επαρχία ήτανε τα χρόνια εκείνα κατά τα ήθη και το Ναύπλιο, αλλά οι άνθρωποί του, δέχονταν κι έκαναν αποδεκτά όλα τα νέα ρεύματα, ανθρώπους από άλλες χώρες, που τους έφερναν τις νέες ιδέες για έναν αλλιώτικο κόσμο. Ως έναν σημαντικό βαθμό δηλαδή, παίζει ρόλο ακόμα και η ιδιαίτερη πατρίδα των δυο ζευγαριών-συμπεθέρων και βέβαια, ανά περίπτωση, οι προσωπικές τους καταβολές: η κουλτούρα στο πνεύμα από τη μια, άνθρωποι χωρίς συνείδηση για την ίδια τους την ζωή από την άλλη.

Μ.Γ.: «Εκδηλώνονται παράξενα οι νέοι όταν ερωτεύονται. Πολύ περισσότερο τη χρονιά 1971» γράφεις. Ποια είναι η διαφορά από τις άλλες χρονιές;

Γ.Φ.: Δεν πρόκειται στην πραγματικότητα γι’ αυτή τη συγκεκριμένη χρονιά, αλλά όλα τα πρώτα χρόνια του ’70 που έφεραν ένα κίνημα που επικράτησε εκείνη την εποχή, από τα τελευταία χρόνια της προηγούμενης δεκαετίας. Ένας άνεμος αλλαγών διέπνεε τη νεολαία εκείνο τον καιρό, στην Ελλάδα το φαινόμενο, το φέραν οι τουρίστες, εμείς αργήσαμε λιγάκι, δεν ήταν η εποχή της παγκόσμιας πληροφορίας που προσφέρει σήμερα η τεχνολογία. Διαδηλώσεις, μικρές ή μεγαλύτερες επαναστάσεις, φέρναν από τα πίσω χρόνια, μια δύναμη και την ανάγκη περισσότερης ελευθερίας. Αυτό το αίσθημα, αυτή την ανάγκη, προσπάθησα να εμφυσήσω και στους χαρακτήρες του βιβλίου μου.

 Μ.Γ.: «Ως επαναστάτρια της ζωής, περπατούσε στα χρόνια που είχαν κυλήσει, άλλα όμορφα, άλλα δυστυχή, ωστόσο στην τελική όμορφα ήταν κι αυτά» γράφεις για την Πέρσα. Πως τα δυστυχή χρόνια μετατρέπονται σε όμορφα;

Γ.Φ.: Αν σκεφτόμουν αυτή τη στιγμή ας πούμε έναν άνθρωπο που καταλήγει από ασθένεια, τότε ναι, θα πω ότι και δυστυχισμένος άνθρωπος να ήμουν, θα ‘τανε προτιμότερο από το ίδιο το φόντο ενός θανάτου. Τόσο μακριά ήθελα να ταξιδεύει ο ανοιχτόμυαλος νους της Πέρσας, που αγάπησα πολύ κατά τη συγγραφή, γιατί φέρει στο νου, κάποιες από τις δικές μου αναρχικές σκέψεις, κάποιες ιδέες που φέρνουν συνειρμούς και αντιθέσεις για προβληματισμό. Τόσο απλά, τόσο πολύ. Προτιμάει κανείς να ‘ναι δυστυχισμένος ή μελλοθάνατος;

Μ.Γ.: «Πόσο εγκληματικοί και ταυτόχρονα αφελείς που ήταν οι επαρχιώτες» σκέφτεται η Ισμήνη. Ο χαρακτήρας του πατέρα της ήταν θέμα επαρχίας ή νοοτροπίας; Θα μπορούσαμε να συναντήσουμε ίδιους χαρακτήρες και στην Αθήνα την ίδια εποχή ή ακόμα και σήμερα;

Γ.Φ.: Κατ’ αρχήν, φοβάμαι πως είναι η επαρχία που καθόρισε ιστορικά τη νεοελληνική νοοτροπία, τον στενό και συντηρητικό τρόπο του να βλέπουμε τα πράγματα, την επίκριση, τα σχόλια. Αλλά κρατάει χρόνια αυτή η δύσοσμη κολόνια. Από γενιά σε γενιά, η Ελλάδα δεν ξέχασε συνολικά την επαρχιώτικη και κοντόφθαλμη νοοτροπία της. Στην εποχή μας δε, ο κόσμος της πληροφορίας και όσοι ασκούν δημόσιο ή ευρύτερο κοινωνικό μονόλογο ή διάλογο, εκφράζουν συχνά αυτή τη νοοτροπία. Δεν χρειάζεται να ‘ναι πια οι συγγενείς μας ή οι γείτονες. Μπορούν μάλιστα να έχουν γνώμη για μας, ακόμα και οι επαφές μας στο διαδίκτυο!

Μ.Γ.: «Θέλω να σου πω ότι αν κάτι παραπάνω θελήσεις από μένα, ίσως και να φανώ πρόθυμη…» απευθύνει η Ισμήνη στον Μάνο. Πίσω από αυτή τη φράση ήθελες να δηλώσεις την σεξουαλική απελευθέρωση της γυναίκας;

Γ.Φ.: Ακριβώς. Ζώντας πιστεύω σε μια εποχή, που εσείς οι γυναίκες ζείτε πια πιο ελεύθερα –καμιά φορά αυτό σκοντάφτει με τις προσωπικές καταβολές της καθεμιάς– αλλά συνολικά, κάποιες φορές, είστε εσείς που παίρνετε τις πρωτοβουλίες, που χειραφετήστε και παίρνετε τη ζωή σας στα δικά σας χέρια. Αλλά μήπως αυτό δεν ξεκίνησε χτες, αλλά έχει τις καταβολές του σε άλλες εποχές; Οι δυο ηρωίδες του «Είχε λιακάδα σήμερα» είναι η επιτομή της χειραφέτησης. Συνέβαινε και τότε. Αλλά ήτανε πολύ πιο σπάνιο.

 Μ.Γ.: «Εγώ ήθελα πρώτος το καλό της…» αναφέρει ο Ανέστης για την κόρη του. Το καλό εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπει κάποιος ή είναι αντικειμενικό και μοναδικό;

Γ.Φ.: Το καλό και το κακό, όπως κι όλες οι έννοιες έχουν κατά την ταπεινή μου κρίση, ΜΟΝΟ υποκειμενική σημασία. Ό,τι είναι καλό για κάποιον, μπορεί να ‘ναι κακό για κάποιον άλλον. Αυτό συμβαίνει και στο βιβλίο. Το καλό για τον πατέρα αναφέρεται στην έννοια της αναζήτησης ενός καλού γαμπρού κατά τη δική του επιλογή και κρίση, για την Ισμήνη πάλι, το καλό είναι ό,τι συμβαίνει να γνωρίσει τον οριστικό της σύντροφο, τη στιγμή και την εποχή, που δεν ψάχνει να βρει κάποιον, έχει πρώτιστα να βάλει σε τάξη τη δική της μετέωρη ζωή.

Μ.Γ.: «Ο φόβος είναι το τίμημα των ηρωικών πράξεων» γράφεις σε κάποιο σημείο. Οι ηρωικές πράξεις χρειάζονται θάρρος, ίσως και θράσος. Πως ερμηνεύεις τον φόβο ως τίμημα;

Γ.Φ.: Για μένα ήρωας, είναι εκείνος που γνωρίζει τον κίνδυνο. Αυτό φέρνει αναμφίβολα φόβο. Αλλά αυτό που τον κάνει ήρωα, δεν είναι η άγνοια του κινδύνου, αλλά η ίδια η επίγνωση ενός κακού ενδεχόμενου. Ο ήρωας μέσα στο μυαλό μου, θα πάρει μια βαθιά ανάσα και θα εκπνεύσει το φόβο του, πριν από μια πράξη του, που ιστορικά ή από τρίτους, θα χαρακτηριστεί ως γενναία.

 Μ.Γ.: «Αλλά γιατί ένιωθε καλύτερα από ποτέ στη ζωή της;» αναρωτιέσαι για την Ισμήνη όταν απέβαλε. Πού πιστεύεις ότι οφειλόταν το καλύτερα που ένιωθε;

Γ.Φ.: Η Ισμήνη φεύγει από μια μικρή πόλη πρώτιστα για να ζήσει περισσότερο ελεύθερα, όπως ένα μεγάλο κομμάτι από την γενιά της. Αφορμή ωστόσο να το κάνει αυτό λίγο πριν την ενηλικίωσή της, είναι η πίεση των γονιών, να μην το κρατήσει.  Η ίδια, αντιστέκεται διαφεύγοντας από το σπίτι, εξαφανιζόμενη. Η ζωή όμως συχνά έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ο απρόσμενος έρωτάς της για τον Μάνο, αναιρεί πολλά. Έχει προλάβει να βιώσει όλα τα μητρικά ένστικτα που εμπνέει στις γυναίκες μια εγκυμοσύνη. Έχει προλάβει ν’ αγαπήσει ακόμα κι αυτό το παιδί, που δε θα γεννηθεί ποτέ. Αλλά έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, αισθάνεται ότι μηδενίζει και επανακκινεί. Φουλ ερωτευμένη όπως είναι, θα προτιμήσει να κάνει παιδιά με κείνον που ‘χει αγαπήσει ξαφνικά κι αληθινά, αφήνει πίσω της το ίχνος εκείνου που δεν πρόκειται να ξαναδεί ποτέ της.

Μ.Γ.: Στο βιβλίο σου υπάρχει και το μεταφυσικό στοιχείο μέσα από τις προβλέψεις της Ασημίνας και τα όνειρα της Ισμήνης. Πιστεύεις στα όνειρα και στις προβλέψεις;

Γ.Φ.: Πιστεύω στην έννοια του μεταφυσικού. Στα όνειρα και στις προβλέψεις γενικά, δε συμβαίνει το ίδιο. Πιστεύω στην καλή και την κακή κοσμική και μεταφυσική ενέργεια, σ’ όσα ίσως δεν έχουμε ακόμα τόσο αναπτυγμένο εγκέφαλο για να νιώθουμε. Αλλά στην πεζογραφία μου, τα όνειρα εκφράζουν συμβολισμούς, άλλες φορές πάλι μπορεί απλά να ‘ναι σημάδια, που ένας ήρωας τα αντιλαμβάνεται όπως νιώθω ότι συμβαίνει κάποιες φορές με μένα. Αυτός ο λατινοαμερικάνικος μαγικός ρεαλισμός, πιστεύω ότι ταιριάζει πολύ στους μεσογειακούς λαούς. Ταιριάζει πρώτιστα σε μένα. Γι’ αυτό κάθε τόσο προκύπτει ένας μικρός ρόλος για ένα ενορατικό πρόσωπο, που έχω ονειρευτεί πρώτος, να γίνεται πρόσωπο πραγματικό. Κι εγώ χαίρομαι να εμφυσώ δυνάμεις.

Μ.Γ.: Δεν θα αναφερθώ στην εξέλιξη της ιστορίας, ούτε σε ποια ηρωίδα σου αναφέρεται η φράση «το ζήτημα δεν ήταν να νικήσει τον θάνατο αλλά να κερδίσει όση ζωή της απέμενε» και θα σε ρωτήσω, η ζωή ή ο θάνατος φοβίζει περισσότερο τον άνθρωπο;

Γ.Φ.: Αυτό φοβάμαι ότι συμβαίνει ανάλογα με τον άνθρωπο. Άλλοι φοβούνται να ζήσουν, αφήνουν τις μέρες και τα χρόνια να περνούν. Άλλοι πάλι όπως εγώ, ζουν κάθε μέρα από την αρχή, χωρίς τον φόβο του θανάτου. Δεν έχει νόημα η έννοια του πότε για μένα, κάποια στιγμή, θα συμβεί σε όλους μας. Σημασία έχει τι κερδίζεις από την κάθε μέρα σου, όσο η ζωή σου διαρκεί.

 Μ.Γ.: «Μέσα από μια μυθοπλασία αναμετριέσαι με τα δικά σου συναισθήματα» είναι λόγια της Πέρσας προς την Ισμήνη.  Με ποια δικά σου συναισθήματα αναμετρήθηκες κατά τη συγγραφή του βιβλίου;

Γ.Φ.: Αναμετρήθηκα με ό,τι καλό ή κακό αισθάνομαι από την αρχή. Δεν είναι δυνατό να γράψεις ένα μυθιστόρημα, αν στ’ αλήθεια δεν αισθάνεσαι πρώτος εσύ, διάφανος κι αληθινός με τα συναισθήματά σου. Έτσι μόνο, μπορείς πιστεύω, να ντυθείς τα ρούχα, να νιώσεις τον σφυγμό των ηρώων σου. Κι αυτή τη φορά, σταμάτησα πολλές φορές τη γραφή γιατί τα μάτια μου γέμιζαν απροσδόκητα ή και φυσικά κλάματα, άλλοτε γέλασα με τις όμορφες στιγμές, με κωμικές στιχομυθίες ή άλλες ευτυχείς εξελίξεις της μυθοπλασίας. Δεν το ξέρουν πάντα οι αναγνώστες, αλλά το συναίσθημα ενός συγγραφέα, καμιά φορά ξεφεύγει πολύ, κυρίως στα δραματικά πεδία του, στεναχωριέται, επηρεάζεται συναισθηματικά ο ίδιος.

* Το μυθιστόρημα «Είχε λιακάδα σήμερα» του Γιάννη Φιλιππίδη κυκλοφορεί από την Άνεμος εκδοτική


Η Μαίρη Γκαζιάνη γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.
Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις Όστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της ΑΛΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ από την Εμπειρία Εκδοτική. Το 2019 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.
Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή ΚΑΛΩΣ ΤΟΥΣ του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.
Μεγάλη της αγάπη είναι το θέατρο με το οποίο ασχολείται ερασιτεχνικά.


Πηγή: https://now24.gr/o-giannis-filippidis-milaei-gia-to-neo-biblio-tou-eixe-liakada-simera/?fbclid=IwAR2OaLjdHHj4CxAY_uAUTgvTRYzjKCdmSZVnK2CNhmgP0LRMJfBYlwPNOqg

ΒΙΒΛΙΟΣΗΜΕΙΑ • Βιβλιοάποψη: "Ο Απρίλης στάθηκε αλήτης" •


Περίληψη οπισθόφυλλου:
Ένας Απρίλης πλανευτής, μια γυναίκα που ωριμάζει σαν ακριβό κρασί, ένα νησί γεννημένο από λάβα η Σαντορίνη κι ένας οριστικός έρωτας που δεν κουράστηκε ποτέ να περιμένει, συνθέτουν το παζλ των τριάντα ωρών που θα χρειαστεί η Στέλλα μέχρι να δει ολοκάθαρα μέσα της και γύρω της.
Πώς περνάνε έτσι εύκολα κι απλά ολόκληρα κομμάτια μιας ζωής, που θεωρείς απροσμέτρητη σε μάκρος, αλλά κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι καθόλου;
Σαράντα εννέα χρόνια ωριμότητας είναι αναγκαία για να καθαρίσει αίφνης η ομίχλη που κουκουλώνει συναισθήματα, ανάγκες και όσα η ίδια αντιλαμβάνεται ως φυσικό κόσμο γύρω της. Ίσως γιατί τη στιγμή που αισθάνεται ότι έχει κατορθώσει την αντιστροφή του χρόνου, τα πάντα φαντάζουν φωτεινά, ανεπηρέαστα από τις στροφές των ρολογιών. Τριάντα ώρες στην καρδιά ενός Απρίλη υπόσχονται να φυσήξουν καινούριο άνεμο, να ξεσκονίσουν μνήμες που χρειάστηκε να κρατηθούν κρυμμένες, εγκλωβισμένες στο κουτάκι με τα παλιά θέλω της, που ξέμειναν απραγματοποίητα. Γιατί έρχεται κάποτε η ώρα, που αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει ν’ αντιστρέψεις τον χρόνο, να κερδίσεις όσα δεν έπαψες να διεκδικείς στ’ αλήθεια ποτέ.


Η άποψή μου:
(γράφει η Νάντια Παπαθανασοπούλου)
Πολλές φορές αναρωτιέμαι πόσες διαφορές έχουμε οι άντρες και οι γυναίκες. Αμέτρητες, θα μου πείτε!

Κι ο τρόπος γραφής μας είναι επίσης μία από αυτές τις διαφορές. Οι άντρες συγγραφείς γράφουν πιο σκληρά, πιο κοφτά, πιο "αρσενικά", θα έλεγα καλύτερα. Αντίθετα, οι γυναίκες μαλακώνουμε τις σκληρές γωνίες των γεγονότων με τη λίμα της γυναικείας ευαισθησίας μας.

Σε αυτό το βιβλίο λοιπόν, μπερδεύτηκα. Όσο διάβαζα, γύριζα στην αρχή και κοιτούσα την φωτογραφία του συγγραφέα. Αν δεν έβλεπα τη φωτογραφία του κι αν δεν διάβαζα το όνομά του, θα ορκιζόμουν ότι γυναίκα έγραφε αυτό το βιβλίο κι αυτό γιατί έχει "πιάσει" τόσο πολύ την ψυχοσύνθεση τριών γυναικών, διαφορετικών ηλικιών που πραγματικά του βγάζω το καπέλο!

Οι ηρωίδες μας είναι τρεις γυναίκες, λοιπόν, μία μάνα και δύο κόρες, πολύ ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Είναι γυναίκες της διπλανής πόρτας, που όμως αυτή η απλότητα τις κάνει τόσο ξεχωριστές. Η μαμά Ζωή είναι μια γυναίκα της παλιάς σχολής που έφερνε ένα σπίτι βόλτα και πέρναγε πάντα το δικό της. Ο σύζυγός της ήταν απλά ένας συνοδηγός στην πορεία μιας ζωής, που εκείνη επέλεγε την ταχύτητά της. Μάνα νοικοκυρά, μάνα σύζυγος, μάνα που ήθελε τα παιδιά της να ακολουθήσουν το δρόμο, που επιθυμούσε η ίδια. Μεγαλώνοντας, έρχεται η άνοια και στις "εκλάμψεις" της, δικαιολογεί, αναλογίζεται, αναπολεί. Η κυρά-Ζωή είναι η κλασική Ελληνίδα μάνα κι αυτό από μόνο του την κάνει πότε συμπαθή και πότε όχι.

Η μικρή κόρη, η Ζωή, είναι το αγρίμι της οικογένειας, το μαύρο πρόβατο της εστίας. Πάντα σε κόντρα με τη μητέρα της, πάντα σε κόντρα με την αδελφή της. Βλέπουμε τον ανταγωνισμό, που υπάρχει σε μια οικογένεια με πολλές γυναίκες. Πρόκειται για μια γυναίκα που δε συμβιβάζεται, που θέλει να ρουφήξει τη ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα. Η ευαίσθητη πλευρά της όμως, φαίνεται σε δυο-τρία σημεία του βιβλίου. Και πραγματικά τη χαίρεσαι αυτή τη γυναίκα, ειδικά αν είσαι ένα ήσυχο άτομο, ένα άσπρο πρόβατο, ίσως τη ζηλεύεις κάποιες φορές γι'αυτή της την ανεξαρτησία.

Και καταλήγουμε στη Στέλλα, στη μεγάλη κόρη, την ήσυχη, την ευαίσθητη. Μια γυναίκα που έχει φτάσει τα πενήντα της χρόνια και σκέφτεται τη ζωή της, τα λάθη, τα σωστά της. Είναι μια γυναίκα σαν όλες, με ανασφάλειες για την ίδια, φόβο για το μέλλον της, ευθύνη για την οικογένειά της. Κάθεται και ζυγίζει τι αξίζει να κάνει. Έχει μεγαλώσει, δεν υπάρχουν περιθώρια για άσκοπα λεπτά και δευτερόλεπτα. Και αποφασίζει να ζήσει τον έρωτά της! Έναν έρωτα που νόμιζε ότι είχε χαθεί από εγωισμό, από τις συγκυρίες κι εμείς ταυτιζόμαστε μαζί της και χαιρόμαστε γι'αυτή.

Το βιβλίο είναι ένα τρυφερό ανάγνωσμα, που μας ταξιδεύει σε εποχές του κοντινού χθες, τότε που όλα ήταν πιο αληθινά και μας ξαναφέρνει στο σήμερα. Αυτή η εναλλαγή σκηνικού είναι ένα υπέροχο ταξίδι. Ο Απρίλης στέκεται αλήτης με πολλά όνειρα, αλλαγές κι όλα αυτά, καταλήγουν στην πανέμορφη Σαντορίνη. Νομίζω ότι ο συγγραφέας δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Τα μελέτησε όλα με χειρουργική ακρίβεια. Πραγματικά, ο τρόπος που γράφει είναι εξαιρετικός. Χρησιμοποιεί το γυναικείο χιούμορ τόσο ραφινάτα -αυτές τις ατάκες που λένε οι μαμάδες με τις κόρες τους, που ευχαριστιέσαι να διαβάζεις. Ελπίζω σύντομα να διαβάσω και άλλα δικά του αναγνώσματα.

Πηγή:

https://vivliosimeia.blogspot.com/2019/04/blog-post.html?fbclid=IwAR1TYBfr_yJAH6DZHmURGMUE41SuSu_nZk5zjXxLMUbvcBP4XnwU9PukIXM

τοβιβλίο.net • Είχε λιακάδα σήμερα, του Γιάννη Φιλιππίδη • Γράφει η Αλεξάνδρα Παυλίδη


“Είχε λιακάδα σήμερα”, του Γιάννη Φιλιππίδη – εκδόσεις  Άνεμος.
Μια ιστορία για τον ήλιο που ανάβουμε μόνοι μας.

Από τις εκδόσεις Άνεμος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη “Είχε  λιακάδα σήμερα”. Εδώ όλα ξεκινούν από μια φυγή. Μια φυγή ενός νεαρού κοριτσιού, της Ισμήνης, στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Μια τυχαία εγκυμοσύνη διόλου ανεπιθύμητη σε μια οικογένεια αυστηρά πατριαρχική με ακροδεξιές προτιμήσεις και με φόντο την Ελλάδα των συνταγματαρχών.

Η ανάγκη για ελευθερία, ο αγώνας για την διεκδίκηση μιας καλύτερης ζωής και  η αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα φαίνεται να είναι αυτονόητα για την Ισμήνη. Μα μήπως η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Κάποια χρόνια νωρίτερα η Αννέτα ή Πέρσα πια, αδελφή του πατέρα της, έχει οδηγηθεί στην φυγή για μια παρόμοια περίπτωση. Η Πέρσα σήκωσε προ πολλού μπαϊράκι και κατόπιν έναν σταυρό ο οποίος πάντα συνεπάγεται του πρώτου. Η Ισμήνη θα βρει στο πρόσωπο της Πέρσας τον άνθρωπο ο οποίος θα την υποστηρίξει σε όλη της την ζωή, με κάθε κόστος.

Ένας νεαρός άνδρας ο Μάνος ερωτεύεται την Ισμήνη και στέκεται δίπλα της σε όλες τις δυσκολίες, χωρίς εχέγγυα και χωρίς να κάνει ένα βήμα πίσω. Η ζωή φαίνεται να έχει κερδηθεί για την Ισμήνη. Μερικές φορές όμως οι Θεοί/Θεός/τύχη/μοίρα – αυτή η ανεξέλεγκτη ανώτερη δύναμη δύναται να ειπωθεί ποικιλοτρόπως-, έχουν/έχει διαφορετικά σχέδια από τα δικά μας. Έτσι και στην περίπτωση της Ισμήνης ο καρκίνος θέτει τα δικά του όρια σε μια ζωή η οποία περιλαμβάνει περισσότερες ζωές που εξαρτώνται από εκείνη.

Η ανίατη αρρώστια σημάδεψε την ζωή της Πέρσας και μετέπειτα της Ισμήνης, δύο γυναίκες που ταυτίστηκαν πριν ακόμα συναντηθούν. Ένας λόγος από δύο στόματα απέναντι σε λογοκρισίες πολιτικές και κοινωνικές, Πατήσια, Ναύπλιο, Μπούρτζι και μια θάλασσα να χορεύει στις μελωδίες της Πέρσας.

Ο Φιλιππίδης και σε αυτό το έργο του καταθέτει με διαφάνεια την αλήθεια του σε ένα σκηνικό όμορφα δουλεμένο, με λόγο άμεσο, δυνατό, τρυφερό και ζεστό και μια πλοκή με ανέλπιστο τέλος. Διαβάζεται απνευστί και αφήνει μια γλυκόπικρη επίγευση.

Πόσο ζυγίζει η ανθρώπινη βούληση και πόσο ο θάνατος; Μπορεί μια ανίατη ασθένεια να αφήσει περιθώρια σε κάποιον να ζήσει ευτυχισμένος; Τότε, στην δεκαετία του ’70 που όλα ήταν δυσκολότερα κάποιοι το έκαναν πραγματικότητα. Και σήμερα; Σήμερα τίποτα. Είχε λιακάδα σήμερα…

Είχε λιακάδα σήμερα • Αlexia's secrets 20/4/2019 @ almaradio.gr


Κοντά μας την πρώτη ώρα ο συγγραφέας Γιάννης Φιλιππίδης ο οποίος θα μας μιλήσει για το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο:" Είχε λιακάδα σήμερα" που κυκλοφορεί από τις άνεμος εκδοτική.
-->

«Είχε λιακάδα σήμερα» του Γιάννη Φιλιππίδη (Άνεμος εκδοτική) | Η άποψη της Τζίνας Ψάρρη για το βιβλίο


Δυο διαφορετικές εποχές, δυο γυναίκες. Τόσο διαφορετικές, μα και τόσο ίδιες ταυτόχρονα. Η κάθε μια με τον τρόπο της, θα αποδράσει από την φυλακή της ίδιας οικογένειας, από τον αναίτιο πουριτανισμό της ίδιας επαρχιώτικης νοοτροπίας. Το κορμί και η καρδιά τους λαχταρά να ζήσει πολύτιμα αληθινά, να αγαπήσει και να αγαπηθεί, μίλια μακριά από τον υποχρεωτικό μαρασμό που ανόητα ήθη επιβάλλουν. Ένα στοίχημα με τον εαυτό τους η παράλληλη πορεία τους, να κερδίσουν την ζωή που νιώθουν ότι τους αξίζει, όχι την άλλη, την φορεμένη σαν καπέλο δανεικό.

Οι ιστορίες τους θα ενωθούν, θα δεθούν με άρρηκτους δεσμούς βαθιάς αγάπης και κατανόησης, παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν είχαν συναντηθεί: « … θα στεκόταν άξια μάνα σε ξένο παιδί, θα την σκέπαζε με τα δικά της αγγελικά φτερά κι αν χρειαζόταν, θα έδειχνε το πρόσωπο μιας κακόβουλης μάγισσας…»

Από την πρώτη κιόλας γραμμή, ζωγραφίζεται με τα εντονότερα χρώματα η αγωνία της κεντρικής ηρωίδας, ο δικός της προσωπικός δαίμονας με τον οποίο θα παλεύει ως την τελευταία στιγμή: «Απόψε θα ‘φευγε. Ή απόψε ή αλλιώς ποτέ. Ποτέ από την μιζέρια του επαρχιωτισμού που την τύλιγε, σε μια εποχή που ο κόσμος πια άλλαζε. Απόψε, που την  φώτιζε ολάκερη η λύπη αυτής της μάταιης και δύσκολης πλάσης, απόψε θα νικούσε τη δειλία που στην πραγματικότητα την διέκρινε».

Γνωστός και αγαπημένος ο λυρισμός του Γιάννη Φιλιππίδη, ξεχειλίζει από τις σελίδες και ετούτου του ολοκαίνουριου βιβλίου του. Σελίδες γεμάτες λιακάδα, όπως ακριβώς προοικονομεί ο τίτλος του, αλλά και φράσεις ωστόσο, που αφήνουν κάπου στο στέρνο λίγη από την στυφή γεύση ενός πικρού χαμόγελου. Σαν τα ανεκπλήρωτα όνειρα και τις μέρες μας, όσες κι αν είναι σε μετρήσιμη διάρκεια. Σαν την ζωή.

Πολλά τα ερωτήματα που ξεπηδούν, δοσμένα μέσα από τις πονεμένες ψυχές των ηρώων του βιβλίου που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους και επιβάλλουν την δική τους αλήθεια: Όταν το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο, ποιο είναι το ζητούμενο τελικά; αγωνίζεσαι ή υποκύπτεις στη μοίρα και την αβέβαιη μυρωδιά του φόβου; Είναι η προσωπική πληρότητα ύψιστο δικαίωμα; Ο σεβασμός στις πατρογονικές αξίες καθορίζει την πορεία μας ή θα πρέπει να εγείρει απορία και αντίδραση; Το κυριότερο κατά τη γνώμη μου μήνυμα του βιβλίου, περιγράφεται από τον ίδιο τον συγγραφέα στο συγκινητικό του υστερόγραφο: «….Η ζωή δεν μετριέται με ωρολογιακούς δείκτες αλλά με στιγμές που περιλαμβάνουν μικρές καθημερινές ευτυχίες, γήινα συναισθήματα και αγκαλιές….»

Προσεκτικά δουλεμένο το σκηνικό των ταραγμένων δεκαετιών ‘50 – ‘70, λόγος μεστός και άμεσος, τρυφερός όπου χρειάζεται, σκληρός και καυστικός όταν η συνθήκη το υπαγορεύει. Και, παρά την απώλεια που κυριαρχεί με όλες της τις μορφές, το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ύμνος στην αληθινή ζωή. Ακόμα κι αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μυρίζει ζοφερό σκοτάδι, λαμπερές ακτίνες ελπίδας, φωτίζουν ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και έρωτα.

• Μάθετε περισσότερα για το μυθιστόρημα,
διαβάστε τις 20 πρώτες σελίδες του, αποκτήστε το εύκολα, εδώ:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/liakada.html

ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΡΓΑ • Η Κριτική μου για το " Είχε Λιακάδα σήμερα " Γιάννης Φιλιππίδης- Γράφει η Γεωργία Ρετετάκου


Είχε Λιακάδα σήμερα. Ένας τίτλος που αποπνέει από μόνος του αισιοδοξία και πάθος για ζωή. Αντίσταση σε κάθε κάθε δεδομένη κατάσταση και σε κάθε πραγματικότητα. Ένας τίτλος που θα ντύσει ένα κείμενο που αποδεικνύει με θάρρος πείσμα και πυγμή την θέληση για μια προσωπική και αυτόνομη πορεία του καθένα στον δρόμο που του διαλέγει μεν η μοίρα, αλλά που η δικιά του αντίληψη είναι αυτή που εντέλει αλλάζει το πρόσημο του τελικού απολογισμού.  Γιατί η πορεία της ζωής ενός ανθρώπου ορίζεται από τις δικές του πράξεις. Απο τις δικές του αποφάσεις, από τις δικές του μάχες. Η μοίρα παίζει απλά τον ρόλο της ορίζοντας και καθορίζοντας τα περιθώρια του χρόνου που έχει κάποιος να ζήσει στιγμές, όσο αναπνέει. Οι στιγμές είναι αυτές που μετράνε και όσες περισσότερες δικές του στιγμές ζήσει κάποιος, με πάθος και ουσία, τόσο πιο πολύ ο χρόνος αλλάζει διάσταση. Διογκώνεται, διαστέλλεται και παύει να παίζει τον ρόλο μιας αντίστροφης μέτρησης προς την φθορά και τον θάνατο. Αλλά να χάνεται και και να εξαϋλώνεται μπροστά στην δύναμη και την αντίσταση της δικιάς μας προσωπικής επιλογής.

Ο Γιάννης Φιλιππίδης μας παραθέτει ένα βιβλίο γεμάτο συνθήκες κοινωνικές, ιδεολογικές και συμβατικές  που σπάνε και ακυρώνονται από την προσωπική σφραγίδα που αφήνει ο κάθε ήρωας του, με την στάση ζωής του απέναντι στις δυσκολίες και στα εμπόδια. Στην ασταθή πολιτική κατάσταση της εποχής που περιγράφει. Στα ηθικά πρότυπα μιας εποχής που έθετε κανόνες και ταμπέλες. Οι ήρωες παλεύουν με ρεαλιστικές δυσκολίες, αλλά βγάζουν απο μέσα τους τα πιο αισιόδοξα συναισθήματα τους και τις πιο δυνατές αποδείξεις τους ότι την ζωή πρέπει να την ζεις σαν να μην υπάρχει αύριο.

Η Ιστορία κινείται γύρω απο δυο γυναίκες. Την Πέρσα που έχει ωριμάσει μέσα απο τις ατυχίες της και το σκληρό πρόσωπο που της έχει δείξει η ζωή. Ασυμβίβαστη και χειραφετημένη. 'Έτοιμη να προσφέρει και να προστατεύσει. Έτοιμη να μεταγγίσει με την πείρα της το μυαλό και την ψυχή του αναγνώστη.

Από την άλλη έχουμε, την Ισμήνη ένα κορίτσι λίγο πριν την ενηλικίωση του, Εγκαταλείπει το σπίτι της, τους γονείς της και την απομίμηση ζωής όπως την αποκαλεί, με σκοπό να διεκδικήσει μακριά από το πέπλο της ασφυξίας, την ελεύθερη και ουσιαστική ζωή.

Οι δυο γυναίκες θα συναντηθούν στιγματιζοντας η μια την ζωή της άλλης. Σχηματίζοντας και πλάθοντας μια σχέση με ισχυρούς δεσμούς και αδιάρρηκτους κρίκους. Προσθέτοντας η κάθε μια, μια καινούργια εμπειρία. Μια καινούργια εκ νέου δημιουργημένη εικόνα στην ζωή της άλλης. Η Πέρσα γίνεται μια ουσιαστική μητέρα για την Ισμήνη. Μια σημαντική φίλη που την καθοδηγεί. Η Ισμήνη ξαναθυμίζει στην Πέρσα την μητρότητα και την κάνει να επαναπροσδιορίσει τις απώλειες της ζωής της. Κυρίως όμως την αναγκάζει με θαυμασμό να παρακολουθεί την Ισμήνη να πορεύεται στην ζωή της το ίδιο αντισυμβατικά και το ίδιο διαφορετικά με εκείνη. Δυο γυναίκες που οι ζωές τους ταυτίζονται μέσα από κοινές ή διαφορετικές εμπειρίες. Οι σκέψεις τους, οι κινήσεις τους, οι αντιδράσεις τους από την αρχή ως το τέλος μας βάζουν σε μια διαδικασία περισυλλογής και στοχασμού με τελικό σκοπό να δούμε άσπρο το μαύρο, Φωτεινό το σκοτεινό και εκεί όπου μέσα μας υπάρχει η συννεφιά να μπορούμε να πούμε με σιγουριά: Πως έχει λιακάδα σήμερα, για τον απλούστατο λόγο ό,τι η διάθεση μας είναι αυτή που φτιάχνει τις πραγματικές εικόνες. Η θετική σκέψη και η ζωντανή ελπίδα είναι αυτή που μετουσιώνει σε πραγματική ζωή την κάθε μας στιγμή.


Πηγή:
https://vivlionerga.blogspot.com/2019/05/blog-post_30.html?fbclid=IwAR0FGg9kzHj7Qky5KPXfrX6FFD8HqTN81-anTeUu1bkxzIooFOdHEbtzIfw

06-06-2019_(Συνέντευξη με τον συγγραφέα ΓΙΑΝΝΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ)


Ακούστε ηχογραφημένη και στον δικό σας χρόνο, την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη με την Ελένη Τσάγιαννη που μεταδόθηκε από το Star Kentrikis Elladas.
🌺 Ευχαριστώω από καρδιάς την Ελένη για τη φιλοξενία και την στήριξη!

Κάντε κλικ, εδώ:
-->

apostaktirio.gr • Η Ελένη Παπακώστα σχολιάζει το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη, «Είχε λιακάδα σήμερα» (Άνεμος Εκδοτική)


«Είχε λιακάδα σήμερα» ονομάζεται το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη, που κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική.

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’70. Η Ισμήνη μια νεαρή ανήλικη κοπέλα, που ζει στην επαρχία, μένει έγκυος. Ο πατέρας της, ο Ανέστης, δεν επιθυμεί αυτήν την εγκυμοσύνη εκτός γάμου, που θα είναι κατακριτέα στη μικρή τους κοινωνία. Η μόνη λύση γι’ αυτόν είναι η έκτρωση. Η Ισμήνη, κάνοντας την δική της επανάσταση, θα διαφύγει κρυφά από το σπίτι της και θα ζητήσει τη βοήθεια της θείας της, Πέρσας, που και εκείνη είχε την ίδια μοίρα με αυτήν της ανιψιάς της είκοσι χρόνια πριν. Θα μπορέσει η Πέρσα να προστατέψει την Ισμήνη από τον βίαιο Ανέστη; Θα μπορέσει η Ισμήνη να βρει τις ισορροπίες της και να συνεχίσει τη ζωή που ονειρευόταν, βρίσκοντας τον δικό της “ιππότη”; Όλα αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα θα τριβελίζουν το μυαλό του αναγνώστη, κατά την ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος.

Ένα βιβλίο, το οποίο έχει ως επίκεντρο τις γυναίκες, ενώ η καθεμιά από αυτές   αντιπροσωπεύει έναν διαφορετικό τύπο. Γυναίκες δυναμικές, που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους και τολμούν να επαναστατήσουν και να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Γυναίκες υποταγμένες στη μοίρα τους ή δειλές να απαιτήσουν τα αυτονόητα. Γυναίκες που θυσιάζουν την προσωπική τους ζωή, υπηρετώντας τους άλλους. Γυναίκες που απλώνουν τα φτερά τους για να προστατέψουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Γυναίκες υπερήφανες που δεν θέλουν οι άλλοι να νιώθουν οίκτο και επιδιώκουν να παρουσιάσουν ένα άλλο πρόσωπο. Γυναίκες ερωτευμένες, παραδομένες άνευ όρων στο έτερον τους ήμισυ.

Το μυθιστόρημα «Είχε λιακάδα σήμερα» επικεντρώνεται σε κάποια καίρια κοινωνικά ζητήματα, όπως η κοινωνική κατακραυγή προς τις ανύπαντρες έγκυες κοπέλες που επικρατούσε τις προηγούμενες δεκαετίες και η ενδοοικογενειακή βία. Η έμπειρη πένα του συγγραφέα, ωστόσο, στέκεται με σοβαρότητα απέναντι σε κάποιες ανίατες ασθένειες, παραθέτοντάς μας την ψυχολογία των ασθενών αλλά και αυτή του οικογενειακού τους περίγυρου. Το μεταφυσικό δεν απουσιάζει από τις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος είτε με την μορφή προφητικών ονείρων είτε μέσω των υπερφυσικών ικανοτήτων κάποιων ηρώων. Κάποια από τα κεντρικά επίσης φιλοσοφικά ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται ο Γιάννης Φιλιππίδης είναι το πεπρωμένο, η θνησιμότητα της ανθρώπινης φύσης και η ματαιόδοξη σκέψη ότι όλα διαρκούν για πάντα, έως ότου η κακοτυχία να χτυπήσει την πόρτα του καθενός μας.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Φιλιππίδη. Η εμπειρία μου από τα έξοχα αφηγήματά του μού δίνει την αίσθηση ότι τα περισσότερα από αυτά αποπνέουν μια αισιοδοξία για τη ζωή ή θα λέγαμε ότι τείνουν να αναζητούν ένα happy end. Σ’ αυτό το βιβλίο όμως ο συγγραφέας ακολουθεί μια διαφορετική οδό, καθιστώντας το πιο ρεαλιστικό, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση, μια θλίψη πως όλα τα ευχάριστα κάποτε τελειώνουν. Η γνωστή φράση «Γιατί σ’ εμένα, Θεέ μου!» φαίνεται να αιωρείται στον αέρα και να διεγείρει τις αισθήσεις του αναγνώστη. Συνιστά όμως μια πραγματικότητα ότι δεν πρέπει να στεκόμαστε μόνο στην αρνητική πλευρά της ζωής και στους αστάθμητους παράγοντές της. Τη ζωή θα πρέπει να την αντιμετωπίζουμε σφαιρικά, ποιοτικά και όχι ποσοτικά, κρατώντας μέσα μας τη “λιακάδα” που φωτίζει και ζεσταίνει τις καρδιές μας, όπως άλλωστε δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Αυτό μας συμβουλεύει να ακολουθούμε και ο ίδιος ο Γιάννης Φιλιππίδης στο υστερόγραφο του βιβλίου του : «… κανείς μας δε θα παραμείνει αθάνατος…το διακύβευμα είναι να ζήσει την όποια ζωή του επιφυλάσσει το πεπρωμένο με ποιότητα. Γιατί η ζωή…. δεν μετριέται με ωρολογιακούς δείκτες· μετριέται με στιγμές που περιλαμβάνουν μικρές - καθημερινές ευτυχίες…»

Κλείνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι όλοι μας οφείλουμε να ζούμε τη ζωή μας σαν να είναι η τελευταία μας μέρα και να τολμάμε να κυνηγάμε τα όνειρά μας ακόμη κι αν χρειαστεί να τα βάλουμε με “γίγαντες”. Γιατί η ζωή είναι ωραία, αλλά σύντομη, και δεν πρέπει να την σπαταλάμε μένοντας άπραγοι. Θέλω να συγχαρώ τον Γιάννη Φιλιππίδη για το καινούργιο του μυθιστόρημα και να του ευχηθώ να συνεχίσει να μας προσφέρει αντίστοιχης ποιότητας έργα.

Παπακώστα Ελένη - Πτυχιούχος Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

Σελίδα του βιβλίου: http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/liakada.html

Ο Γιάννης Φιλιππίδης είναι συγγραφέας και υπεύθυνος εκδόσεων της Άνεμος Εκδοτική. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Βασίλη Ρίτσου. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και επώνυμες ιστοσελίδες. Από το 2013 αρθρογραφεί κι είναι αρχισυντάκτης στο www.anemosmagazine.gr

-->

Eφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, 30/03/2019 • Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο


Ο Γιάννης Φιλιππίδης με το νέο του μυθιστόρημα «Είχε λιακάδα σήμερα», που κυκλοφορεί από την Άνεμος εκδοτική, αποδεικνύει ακόμη μια φορά πως είναι μια από τις ξεχωριστές σύγχρονες φωνές στο μυθιστόρημα.
Οι ήρωές του βγαλμένοι μέσα από την πραγματικότητα, εποχές που σκιαγραφούνται με ακρίβεια και γλαφυρότητα – όπως στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα τα χρόνια της δικτατορίας, άνθρωποι που αγωνίζονται με τον τρόπο τους και δεν το βάζουν κάτω. Ακόμη κι όταν η μάχη μοιάζει να χάνεται είναι πολλά αυτά που έχουν κερδηθεί.
Δεν διστάζει να δώσει και την πολιτική διάσταση, αναλύοντας τους τρόπους που η πολιτική μπαίνει στην καθημερινότητά μας και συχνά την καθορίζει ερήμην μας. Δεν διστάζει να δώσει όνομα στον εχθρό. Να τον περιγράψει. Κι ας μη γίνει αρεστός σε κάποιους. Δε διστάζει να μιλήσει γι’ αυτά που σωπαίνουμε και δεν επαναπαύεται στην απατηλή παρηγοριά ενός Happy End. Δεν θα χαμογελάτε κλείνοντας το βιβλίο. Όμως θα έχετε πάρει δύναμη. Και είναι «μόνο» ένα μυθιστόρημα.

-Το βασικό κομμάτι του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στη μέση της δικτατορίας. Γιατί διάλεξες αυτή την περίοδο;
Γεννήθηκα στην καρδιά της επταετίας, πρόλαβα να κρατήσω μέσα μου κάτι από την οσμή της, η πρώτη μου πολιτική ερώτηση προς τον πατέρα μου, ήταν «ποιος είναι αυτός που κατεβαίνει από το αεροπλάνο». Χρόνια μετά επέστρεφα μαζί του σε κείνη την περίοδο, τις αλήθειες, τα μεγάλα πολιτικά ψέματα. Άντεχα ν’ ακούσω, εγώ ήθελα να μάθω, είχα ο ίδιος απορίες, ως τα δέκα μου χρόνια ήμουν έτοιμος να ζήσω την Ελλάδα -πολιτικά– στο μετά της, γνωρίζοντας αρκετά, για το τι έχει συμβεί πριν. Έχουμε, φοβάμαι, ξεχάσει πως οι συνταγματάρχες ήταν οι ίδιοι που, ως νέοι στρατιωτικοί, στήριξαν τον Μεταξά. Παλεύουν πολύ οι άνθρωποι που έχουν αυτές τις πολιτικές ρίζες, να ξεχάσουμε ότι η δύο δικτατορίες, είχαν σχέση συγγενική. Το συγκλονιστικότερο για μένα, είναι πως στην έρευνά μου για το νέο μου βιβλίο, ένιωσα που ακουμπάω τον ιστό της αράχνης, που ύφανε το αλλοτινό, αλλά αλίμονο, και το σημερινό πολιτικό τοπίο.

-Έχει υπάρξει λες κάθαρση από εκείνη τη σκοτεινή εποχή; Τι κατάλοιπα μας έχει αφήσει;
Καμία άξια κάθαρση δε συντελέστηκε τα επόμενα χρόνια. Φοβάμαι πως για ένα ευρύ πολιτικό χρόνο που ακολούθησε, ίσως και να το νομίσαμε. Αλλά θα το πω, συγγραφικά: Είναι σα να αφήσαμε όλον τον περισσευούμενο εθνικοσοσιαλισμό εκείνης της εποχής σ’ ένα δωμάτιο, μαζί με τα απόνερά του. Έτσι, δεκαετίες μετά, που χαρακτηρίστηκαν από πρόσωπα σαν τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Μητσοτάκη ή τον Σημίτη –που μας έφεραν στην Ελλάδα της διαρκούς επιτροπείας– η υγρασία σ’ εκείνο το ξεχασμένο δωμάτιο, κακοφόρμισε έβγαλε μούχλα, κακοφόρμισε, μετατράπηκε σε τοξικό πολιτικό λόγο, πήρε πολιτικό σχηματισμό και, το χειρότερο, πέρασε και περνάει σ’ έναν μεγάλο πληθυσμό ανιστόρητων κι άβουλων ως τώρα ανθρώπων, τη ρητορική του μίσους στο στόμα τους, τη μη ιδεολογία, τον μηδενισμό, που ενεργοποιεί το πολιτικό αυτό περιθώριο, το κάνει να ανθίζει ξανά. Γι’ αυτό θεωρώ σκοπό μου να δείχνω κάθε τόσο εκείνο το ξεχασμένο δωμάτιο. Για να μαθαίνουν οι νεότεροι, τι και για ποιον στόχο, δούλευαν οι παλιότεροι. Για την πατρίδα, τη δημοκρατία, την πρόοδο και την ανάπτυξη; Ή παίζαν κι άλλα παρατράγουδα στον πολιτικό τους νου;

-Μια από τις βασικές σου ηρωίδες είναι μια τραγουδίστρια-αστέρι της εποχής. Είχες κάποιες συγκεκριμένες στο μυαλό σου όταν φιλοτεχνούσες το πορτρέτο της;
Μα και βέβαια, στο ξεκίνημα της συγγραφής, είχα τη δική μου ηρωίδα πανέτοιμη, εξωτερικά και εσωτερικά. Εξωτερικά, χρειάστηκε να παρελάσουν από την οθόνη του υπολογιστή και το μυαλό μου, στιγμές και πρόσωπα που χαρακτήρισαν καλλιτεχνικά εκείνη την εποχή. Μοιραία ωστόσο, κι επειδή το κύριό μου μέλημα είναι να γράφω βιβλία δυνατών συναισθημάτων, η εμφάνισή της, χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο τον χαρακτήρα της. Ερωτεύθηκα ο ίδιος μια γυναίκα, που υπήρξε για πρώτη φορά στο δικό μου κεφάλι, την άφησα να ζει χειραφετημένη για την εποχή της και ταυτόχρονα, της εμφύσησα χαρακτηριστικά ανυποταξίας. Δε μπορώ να γνωρίζω αν υπήρξε κάποιο αστέρι της εποχής εκείνης, που να ‘χει τα δικά της τελικά και διαμορφωμένα από μένα, χαρακτηριστικά. Αλλά για μένα, ελπίζω και για τους αναγνώστες, ήταν τόσο πειστική, που κατά τη συγγραφή, κυκλοφορούσε στο χώρο γύρω μου. Και μόνο όταν τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος που αντιγράφει μια αλλοτινή πραγματικότητα φτάσουν να αποκτούν μ’ έναν τρόπο φαντασιακό, πραγματική υπόσταση, τότε είναι η στιγμή η δική μου, να στρωθώ να γράψω γι’ αυτούς.

-Τι υπάρχει από σένα μέσα στους ήρωες του βιβλίου;
Θα μιλήσω μόνο για το συγκεκριμένο βιβλίο, γιατί το στήσιμο ενός μύθου, έχει κάθε φορά, διαφορετικά χαρακτηριστικά και κίνητρα. Εδώ λοιπόν στο «Είχε λιακάδα σήμερα», επειδή η ιστορία αναπτύσσεται σε σκοτεινές δεκαετίες με μπόλικο παρακράτος, ρουφιανιά και φόβο, προσέδωσα στον πατέρα και αδερφό για τις δύο βασικές μου ηρωίδες, αδερφή και κόρη του, όλα όσα δεν θα ‘θελα να ‘ναι κανένας άνθρωπος που να γνωρίζω: τον έκανα εθνικιστή χωρίς ιδεολογία, φασίστα άνευ λόγου, οπισθοδρομικό, καθεστωτικό, είναι η επιτομή ενός μικρόμυαλου και μικρόψυχου ανθρώπου. Όλα τα άλλα πρόσωπα ωστόσο, χαρακτηρίζουν εμένα, οι συμπεριφορές τους καθορίστηκαν από το δικό μου θυμικό, το συναίσθημα, τα πολιτικά μου πιστεύω. Αυτό το μοίρασμα, δεν είναι βέβαια δίκιο στο ζύγι, αλλά γιατί θα ‘πρεπε; Όλα θα γίνουν, έτσι όπως είναι το δίκιο της ελεύθερης σκέψης των άλλων, ο φασίστας πατέρας θα εκμηδενιστεί. Ειλικρινά το χάρηκα πολύ κι αυτή η ανισορροπία στη ζυγαριά, έφερε κατά την κρίση μου, την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, που όλοι οι καλόπιστοι δικαιούμαστε, το ίδιο συμβαίνει και με τους ήρωές μου, πλην του ενός.

-Μιλάς χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις για τον καρκίνο και αφιερώνεις κι ένα σημείωμα στο τέλος του βιβλίου. Δεν είναι δύσκολο να γράφεις για ένα τέτοιο θέμα;
Το δύσκολο είναι να βιώνεις ένα τέτοιο θέμα, όχι το να γράφεις γι’ αυτό. Είναι ωστόσο αλήθεια, πως χρειαζόμουν ένα υστερόγραφο, τόσο για να καταδείξω πως στον αγώνα κατά του καρκίνου από τα χρόνια του ’70 έχουν γίνει ιλιγγιώδεις πρόοδοι. Κόσμος χάνεται ακόμα, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που χαρακτηρίζεται εξατομικευμένα ως χρόνιο νόσημα. Με τον ίδιο τρόπο αναφέρομαι και σε κάθε χρόνιο νόσημα, ανήκω στα άτομα χαμηλής οράσεως, γνωρίζω από πρώτο χέρι, ότι στην υγεία δεν είναι τίποτα δεδομένο. Έτσι το βιβλίο αυτό, αφιερώνεται σε όσους και όσες δεν αγωνίζονται για να νικήσουν τον θάνατο, αλλά να κερδίσουν την ίδια την ζωή. Και να το κάνουν αυτό, κάθε μέρα από την αρχή. Μ’ επίγνωση της τύχης τους, όταν συμβαίνει να ‘ναι υγιείς.