Το 10ο βιβλίο του συγγραφέα· «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων» Ιμυθιστόρημα), Άνεμος εκδοτική, Απρίλης 2017

«Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων», Γιάννης Φιλιππίδης, Άνεμος

✔ Οπισθόφυλλο:
Την εποχή των αθώων σκέψεων και των ανοιχτών παραθύρων, γεννιούνται με διαφορά δεκατεσσάρων ημερών, μέσα στον ίδιο Απρίλη, δύο φωτεινά πλάσματα, σε αντικρινά σπίτια παλιών φιλενάδων. Ο δρόμος που χωρίζει τα σπίτια τους είναι κι ο ίδιος που θα τους ενώσει για πάντα. Αρχές της δεκαετίας του ’70, και τα παιδιά θα συνδεθούν μ’ έναν πρωτόφαντο κι οριστικό τρόπο. Οριστ
ικό;
Ο μικρός Γαβριήλ γεννιέται μ’ ένα παράξενο χάρισμα: ν’ ακούει τις επιθυμίες, τις ευχές, τις προσευχές και τις λαχτάρες όσων τον πλησίαζαν, χωρίς να το επιδιώκει ο ίδιος. Θα μπορέσει ένα άγουρο παιδί να τιθασεύσει προς όφελος του καλού ένα τέτοιο ψυχικό του πλεονέκτημα ή θα χαθεί στα δαιδαλώδη μονοπάτια της πονηρής ανθρώπινης φύσης;
Μαζί θα νιώσουν τα κορμιά τους να μεγαλώνουν, τις σκέψεις τους να γίνονται πιο ώριμες, πιο ενήλικες. Θα διδαχτούν εύκολα τον τρόπο να λειτουργούν συντροφικά, να εκφράζουν με τις πράξεις τους τη θέρμη τού ενός για τον άλλον στις καρδιές τους.
Η Αγγελική δεν γνωρίζει για το χάρισμα από επιλογή τού αγοριού. Κι έπειτα, μια τέτοια δύναμη θα σταθεί άξια να βοηθήσει όταν οι δύο παντοτινά ερωτευμένοι άνθρωποι βρεθούν με τις ζωές τους να κρέμονται από μία μόνο κλωστή;

.
✔ Λίγα λόγια από το β΄ αυτάκι του βιβλίου:
«...Oι λέξεις είναι σημαντικές, επειδή εκφράζουν την ίδια τη ζωή. Την καταγράφουν, την αποτυπώνουν. Αλλά χωρίς ζωή, οι λέξεις χάνουν τον αναφορικό τους χαρακτήρα, μετατρέπουνε τα γεγονότα σε μνήμες, που θα θαφτούν με τον καιρό στην οριστική σκόνη της λήθης. Φιλοσοφώ για την κόλαση και τον παράδεισο, αλλά το παρόν τρέχει εδώ, εδώ συμβαίνει τώρα οτιδήποτε καλό ή κακό, γιατί ζωή είναι η διαδοχή από τη μια στιγμή στην άλλη…»

.
μυθιστόρημα
ISBN: 978-960-9585-64-4
Σελ.: 320
Σχήμα: 14x20.5
#Εκείνος_που_άκουγε_τις_επιθυμίες_των_άλλων άνεμος εκδοτική
Γιάννης Φιλιππίδης #ΆνεμοςΕκδοτική #βιβλίo #μυθιστόρημα

«Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων» • η πρώτη μεγάλη παρουσίαση • Αθηναίων Πολιτεία (Θησείο), 10/05/2017

O συγγραφέας Γιάννης Φιλιππίδης και η Άνεμος εκδοτική
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματός του με τίτλο
«Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων».


Για το μυθιστόρημα
θα μιλήσει η Νάγια Κωστοπούλου, ποιήτρια,
υπεύθυνη Λεσχών ανάγνωσης Δυτικής Αττικής.


Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα
θα διαβάσει ο ηθοποιός Πασχάλης Τσαρούχας.


Τη βραδιά θα ντύσει μουσικά,
η μαγική φωνή της Αφεντούλας Ραζέλη.


Στο πιάνο ο Γιώργος Αρσενίδης.

Σας θέλουμε όλες και όλους πλάι μας
την Τετάρτη 10 Μαΐου στις 19:30,
στο cafe «Αθηναίων Πολιτεία».
Ακάμαντος 1 & Αποστόλου Παύλου, Θησείο.


facebook event: https://www.facebook.com/events/1321485987928622/

«Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων • κριτική βιβλίου από τον Πάνο Τουρλή • Bookia

Η Αγγελική και ο Γαβριήλ γεννήθηκαν με ελάχιστες μέρες διαφορά και μεγάλωσαν μαζί, χάρη στη φιλία που έδενε τους γονείς τους. Σύντομα όμως το ερωτικό στοιχείο μπήκε ανάμεσά τους και έζησαν μια υπέροχη ζωή μαζί, ώσπου κοντά μισό αιώνα αργότερα η Αγγελική πέφτει σε κώμα μετά από τροχαίο κι ο Γαβριήλ δεν ξέρει από πού να πιαστεί. Για να μην τρελαθεί, γράφει σε ένα τετράδιο αυτά που θέλει να της πει και σταδιακά αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι των κοινών αναμνήσεών τους. Θα συνέλθει η Αγγελική; Πώς επιζεί ο Γαβριήλ με μια έφηβη κόρη και μια πεθερά που πονάει εξίσου για το παιδί της όσο κι ο Γαβριήλ για τη γυναίκα του; Τι κοινά βιώματα είχαν οι δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου και πώς μεγάλωσαν μαζί; Και πώς θα αντιδράσει η Αγγελική αν ξυπνήσει και διαβάζοντας αυτά τα τετράδια μάθει ότι ο σύζυγός της έχει ένα σπάνιο χάρισμα, να ακούει τις επιθυμίες των άλλων;

Το νέο μυθιστόρημα του κυρίου Φιλιππίδη πάλι με ταξίδεψε σε κόσμους φανταστικούς αλλά και ταυτόχρονα ρεαλιστικούς. Για άλλη μια φορά η πένα του άνοιξε διάπλατα ψυχές και νου ανθρώπων που σίγουρα κάποια στιγμή θα πέρασαν από δίπλα μου, των οποίων η ιστορία έδωσε άφθονο χώρο στον συγγραφέα να ξετυλίξει τον δικό του κόσμο. Η ιστορία είναι τρυφερή, συγκινητική και καθόλου μελοδραματική. Έχει και κωμικές ανάσες και δύσκολες στιγμές, έχει τις τρυφερές αναπολήσεις των παιδικών καλοκαιριών του 1970, αλλά και την τσαλαπάτηση των ονείρων του 2000. Είναι μια ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι που τους χώρισε (για πόσο;) ένα τροχαίο, κι ο άντρας αγωνίζεται να κρατάει τα δυο κομμάτια του ραγισμένου κρίκου από την κοινή τους αλυσίδα. Μια ιστορία που μου θύμισε ως αφετηρία την «Πάουλα» της Ιζαμπέλ Αλιέντε, κι ήταν ένα πεδίο αρκετά πλατύ για να ξετυλίξει ο κύριος Φιλιππίδης το κουβάρι των σκέψεων και των ιδεών του.

Με συγκίνησαν αφάνταστα οι αναπολήσεις των καλοκαιριών τη δεκαετία του 1970, μιας εποχής όπου ο Γαβριήλ και η Αγγελική μεγάλωσαν μαζί φορώντας ποδιές, χαρίζοντας τα όνειρά τους σε νύχτες με ορθάνοιχτα παράθυρα κι αγκαλιές, τότε που δεν υπήρχε φόβος, επιφυλακτικότητα ή εγωισμός. Βήμα το βήμα, σελίδα τη σελίδα, χτίστηκε μια υπέροχη ερωτική σχέση, στερεωμένη σε έναν καμβά ολοζώντανων χαρακτήρων, με την ντοπιολαλιά τους, την επαρχιώτικη νοοτροπία, αλλά και τη διηνεκή αγάπη που μόνο μια μάνα ξέρει και μπορεί να χαρίσει. Οι οικογένειες των δυο κεντρικών ηρώων πέρασαν πολλά για να φτάσουν ώς το σημείο που ξεκινάει η αφήγηση του βιβλίου και όλα φωτίζονται σταδιακά, αργά αργά και σοφά επιλεγμένα.

Σε κανένα σημείο το μυθιστόρημα δεν καταντά μελό, ούτε εκμεταλλεύεται μια συνηθισμένη (;) ιστορία πόνου για να προκαλέσει το κλάμα στον αναγνώστη. Το δάκρυ έρχεται αυθόρμητο, ακάλεστο, σαν μουσαφίρης σε βροχερή νύχτα, και εξισορροπεί αρμονικά με τις γκάφες των ηρώων σε παιδική ηλικία με την αγωνία της πανέξυπνης κόρης που έχει βάλει τα πόδια των γονιών της σε ένα παπούτσι και με την ελπίδα να τους καλημερίζει κάθε μέρα, δίνοντάς τους κι άλλη δύναμη ώσπου να ανακοινωθεί το πολυπόθητο «Συνήλθε», όποτε κι αν είναι η ώρα του να ακουστεί.

Οι ήρωες του βιβλίου έζησαν σε συγκεκριμένες κοινωνικές περιστάσεις και ιστορικές εποχές, τρίφτηκαν με ένα οικογενειακό περιβάλλον γεμάτο ιδιομορφίες και υποκειμενικότητα και κατάφεραν να μεγαλώσουν, να εξελιχθούν και να αντιμετωπίσουν το αβέβαιο μέλλον στηριγμένοι στις δικές τους δυνάμεις. Κανείς δεν είναι ίδιος από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα, ούτε καν ο αναγνώστης. Και το γεγονός ότι ο Γαβριήλ ακούει τις επιθυμίες των άλλων δεν είναι κάτι που επιβαρύνει το κείμενο με επιστημονικής φαντασίας ακρότητες, απλώς υπάρχει εκεί, ως διακριτικό φόντο, μόνο και μόνο για να δώσει ακόμη μεγαλύτερη πιστότητα στην αλήθεια του χαρακτήρα και να τον κάνει πιο ανάγλυφο σε όποιον διαβάσει το βιβλίο. Ο Γαβριήλ αναγνωρίζει κάποια στιγμή αυτήν του την ιδιότητα κι αρχίζει να φοβάται για τον τρόπο που θα την χειριστεί και το πώς θα την αντιμετωπίσει, χωρίς ούτε ο ίδιος να τρομάξει ούτε οι γύρω του να αλλάξουν απέναντί του.

«Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων» είναι ένα υπέροχο, λυρικό, μεστό μυθιστόρημα για μια αγάπη που θέλει να ξεπερνά τα εμπόδια του χρόνου, της μοναξιάς και της απόστασης, ένα κείμενο αφιερωμένο στις αναμνήσεις μιας τρυφερής εποχής, ένα βιβλίο που δίνει μιαν άλλη διάσταση στον ερωτισμό μιας ιστορίας.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Γίναμε από ανθρωπάκια άνθρωποι, σε μια γειτονιά που ’χε αυλές και τα παιδιά λιακάδες» (σελ. 59).

«Χούντα, μας είχε τονίσει εκείνη με κάθε προσοχή αλλά και ευθύτητα στον λόγο της, είναι “κάτι παλιανθρώποι με στολές αστυνόμων, που ταλαιπωρούνε άδικα τον θείο τον Λευτέρη, που χάνει κάθε τόσο μεροκάματα από τη δουλειά του, που τα χρειαζόμαστε τόσο, για να επισκέπτεται την αστυνομία και να απαντάει σε ηλίθιες ερωτήσεις!”» (σελ. 86).

Πηγή: Bookia

«ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Κριτική βιβλίου από την Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ», του Γιάννη Φιλιππίδη –
Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 320 
Τιμή: 13,80 €

          Είναι κάποιοι συγγραφείς που από την πρώτη κιόλας αράδα τους την οποία θα διαβάσεις αισθάνεσαι απόλυτα μαγεμένος, στην ουσία "αιχμαλωτισμένος" από τη γραφή τους και την αναγνωστική πληρότητα που νιώθεις μόλις τελειώσεις την ανάγνωση του βιβλίου τους, ώστε έχεις απόλυτη επίγνωση πως ό,τι και να γράψουν εσύ θα τους ακολουθείς πιστά, θεωρώντας δεδομένο ότι δεν πρόκειται να σε απογοητεύσουν ποτέ. Ένας από αυτούς τους λιγοστούς συγγραφείς είναι και ο αγαπημένος Γιάννης Φιλιππίδης, ο οποίος με μάγεψε από το πρώτο δικό του βιβλίο που διάβασα, το ανεπανάληπτο «Μα, Το Ψάρι Είναι Φρούτο», το οποίο "ερωτεύτηκα" κεραυνοβόλα και διά παντός. Έκτοτε ακολούθησαν πολλά εξαιρετικά βιβλία του, με πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του το υπέροχο «Ο Απρίλης Στάθηκε Αλήτης». Δε νομίζω, λοιπόν, να είναι τυχαίο το γεγονός ότι και το νέο μυθιστόρημά του, το δέκατο κατά σειρά βιβλίο του με τον αινιγματικό τίτλο «Εκείνος Που Άκουγε Τις Επιθυμίες Των Άλλων», κυκλοφόρησε από την Άνεμος Εκδοτική μέσα στον φετινό Απρίλη. Σημαδιακός μήνας ο Απρίλης για τον συγγραφέα, αλλά και για τους δύο υπέροχους ήρωές του με τα "αγγελικά" ονόματα, την Αγγελική και τον Γαβριήλ, οι οποίοι γεννιούνται μέσα στον ίδιο ανοιξιάτικο μήνα με 14 ημέρες διαφορά. Δύο ήρωες που στην ουσία είναι η ίδια, μοναδική, ενιαία διττή ύπαρξη, δύο "μισά" που αντάμωσαν σχεδόν από την πρώτη στιγμή της ζωής τους και εξακολούθησαν να συνυπάρχουν σε όλη τους την πορεία.  
          Ο εξαίρετος συγγραφέας, χρησιμοποιώντας στην ουσία έναν μακρύ αλλά ιδιαίτερα ζωντανό, γλαφυρό, συγκινητικό και ενίοτε κωμικό μονόλογο του ήρωά του, μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την κοινή πορεία με την αγαπημένη γυναίκα του, με το άλλο του μισό, με το οριστικό του ταίρι, καθώς εκείνη βρίσκεται σε καταστολή στο νοσοκομείο μετά από ένα ξαφνικό ατύχημα που παραλίγο να της κοστίσει την ίδια της τη ζωή. Η κατάστασή της χαρακτηρίζεται από τους γιατρούς κρίσιμη, οι πιθανότητες για ομαλή επαναφορά της, με πλήρη συνείδηση και ανέπαφες μνήμες αφότου ξυπνήσει, είναι λιγοστές και αμφίβολες και ο ήρωάς μας προσπαθεί απεγνωσμένα να μην χάσει τις ελπίδες και την αισιοδοξία του. Το ιδιαίτερο χάρισμά του, που έχει συνειδητοποιήσει ότι διαθέτει από παιδί, να "ακούει" δηλαδή τις επιθυμίες των γύρω του, δεν του χρησιμεύει στην παρούσα κατάσταση ιδιαίτερα. Ένα χάρισμα με το οποίο έχει μάθει να συνυπάρχει, να αξιοποιεί για να γίνεται ο ιδανικός, γιος, φίλος, σύντροφος, σύζυγος, αλλά και συνάμα να αποκρύπτει από όλους, δειλιάζοντας μπροστά στις πιθανές αντιδράσεις τους.
Τώρα, μπροστά στην απειλή να χάσει τον άνθρωπο με τον οποίο έχει μάθει να συμβιώνει στο σύνολο της ζωής του, προσπαθεί να θυμηθεί, να αξιολογήσει και να καταγράψει κάθε σημαδιακό γεγονός και κάθε σημαντική λεπτομέρεια που καθορίζει εδώ και σαράντα τόσα χρόνια την κοινή ζωή με τη γυναίκα του, γράφοντάς τα σε τετράδια με το παραδοσιακό μολύβι, με μοναδικό του σκοπό να της τα δώσει όταν ξυπνήσει και να "γεμίσει" τα όποια κενά της μνήμης της ενδεχομένως προκύψουν. Μέσα από τα γεμάτα σπαραγμό και αλήθεια χειρόγραφα του Γαβριήλ "κοσκινίζονται" και καταγράφονται, όσο αντικειμενικότερα γίνεται, γεγονότα της κοινής ζωής του με την γυναίκα του από την πολύ πρώιμη παιδική ηλικία τους. Περιστατικά, συζητήσεις, αναμνήσεις, αντιδράσεις, επιθυμίες φωναχτές ή σιωπηλές, απρόσμενες απογοητεύσεις και εκδικητικές ανταποδόσεις, μεγάλες και μικρές χαρές, επιτεύγματα και κατορθώματα, γνώμες και συναισθήματα, εν ολίγοις η πορεία δύο ανεξάρτητων, αυτόνομων υπάρξεων που ηθελημένα συγχωνεύτηκαν σε μία, όλα απεικονίζονται μέσα από την πρόχειρη και συνεχή καταγραφή του ήρωά μας στα τετράδια-ημερολόγιά του. Ο Γαβριήλ είναι τόσο απόλυτα δοσμένος και πιστός στην αδελφή-ψυχή του, την Αγγελική, ώστε δεν διστάζει να καταγράψει και να της αποκαλύψει τις πιο μύχιες σκέψεις του, τις πράξεις του που εκείνη αγνοεί, καθώς και το καλά φυλαγμένο ιδιαίτερο χάρισμά του, επιδιώκοντας να "συρράψει" ξανά το ενδεχομένως "κομμένο" νήμα της μνήμης της.
          Το νέο μυθιστόρημα του συγγραφέα, «Εκείνος Που Άκουγε Τις Επιθυμίες Των Άλλων», είναι ένα βιβλίο "ξέχειλο" από συναίσθημα, ένα συγκινητικό έργο-κατάθεση ψυχής για την απόλυτη και άνευ όρων αγάπη, για την μετουσίωση του έρωτα σε μια ουσιαστική και ιδανική συντροφικότητα. Είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο λάτρεψα από την πρώτη σελίδα του, καθώς μιλάει απευθείας στην καρδιά του αναγνώστη επικαλούμενο το ευγενέστερο των συναισθημάτων του ανθρώπου, την αγάπη. Αγάπη ατόφια, δοκιμασμένη, ισχυρή, αναλλοίωτη, αγάπη που αντέχει στις φουρτούνες, στις αντιξοότητες και τις απρόσμενες δοκιμασίες, αγάπη που καθορίζει την ύπαρξη του ενός μέσα από την ζωή του άλλου. Είναι ένα χρονικό της μακροχρόνιας συμβίωσης δύο ανθρώπων από την χαραυγή της ζωής τους και την ατέρμονη, αμείωτη, σταθερή συνύπαρξή τους σωματικά και ψυχικά. Ο Γιάννης Φιλιππίδης μοιάζει με τον βιρτουόζο που ακουμπάει εκείνες τις χορδές και με τέτοια επιδεξιότητα, ώστε από το μουσικό του όργανο να ξεχυθεί η μαγευτική μελωδία που έχει συνθέσει. Με την ίδια μαεστρία "ακουμπά" τις χορδές των συναισθημάτων των αναγνωστών προκαλώντας τους άφατη ευχαρίστηση από την αναπόληση, την ενθύμηση και ενίοτε την ταύτισή τους με τον ευαίσθητο ήρωά του, πείθοντάς τους πως τα δικά του βιώματα, έστω κι αν "χρωματίζονται" από το ιδιαίτερο, μοναδικό χάρισμά του, θα μπορούσαν να είναι και δικά τους. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στον αγαπημένο συγγραφέα και σας προτείνω να το διαβάσετε, Φίλοι μου! 

πηγή: Φίλοι της Λογοτεχνίας > http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2017/04/blog-post_21.html

Προδημοσίευση «ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση «ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Εκδόσεις: Άνεμος

Σελίδες: 320

Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 28/4/2017



          Είναι κάποιες φορές που μαγεύεσαι από το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα που θα πάρεις στα χέρια σου, καθώς η γραφή του σε καθηλώνει, το θέμα ή θέματα τα οποία πραγματεύεται σου κεντρίζουν απίστευτα το ενδιαφέρον, το χιούμορ και η συγκίνηση εναλλάσσονται συνεχώς προκαλώντας σου ανάμικτα συναισθήματα το ίδιο δυνατά και, τέλος, η αίσθηση αναγνωστικής πληρότητας που νιώθεις μόλις το τελειώσεις χαράσσεται μέσα σου ανεξίτηλα. Κάτι ανάλογο μου συνέβη με το πρώτο αλησμόνητο βιβλίο του Γιάννη Φιλιππίδη που πήρα στα χέρια μου, για όσους δεν το γνωρίζουν ακόμα θα το ξαναγράψω για μία ακόμη φορά, το «Μα, Το Ψάρι Είναι Φρούτο» το οποίο ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα και διά παντός. Από εκεί και πέρα, ήμουν απολύτως πεπεισμένη πως θα ακολουθώ αυτόν το συγγραφέα σε κάθε συγγραφική του απόπειρα με κλειστά τα μάτια, ούσα βέβαιη πως δεν θα με απογοητεύσει ποτέ. Η πεποίθησή μου αυτή επιβεβαιώθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και η τύχη στάθηκε καλή μαζί μου επιτρέποντάς μου να τον γνωρίσω από κοντά και να έχω την τιμή να τον αποκαλώ πλέον φίλο καρδιάς.  

Έτσι, για να μην σας κουράζω περαιτέρω, είχα την χαρά να διαβάσω από τους πρώτους το νέο, συγκλονιστικό, δέκατο βιβλίο του Γιάννη που κυκλοφορεί από την αγαπημένη Άνεμος Εκδοτική με τίτλο «Εκείνος Που Άκουγε Τις Επιθυμίες Των Άλλων». Ένα μυθιστόρημα το οποίο λάτρεψα από την πρώτη σελίδα, καθώς μιλάει απευθείας στην καρδιά του αναγνώστη επικαλούμενο το ευγενέστερο των συναισθημάτων του ανθρώπου, την αγάπη. Αγάπη ατόφια, δοκιμασμένη, ισχυρή, αναλλοίωτη, αγάπη που αντέχει στις φουρτούνες, στις αντιξοότητες και τις απρόσμενες δοκιμασίες, αγάπη που καθορίζει την ύπαρξη του ενός μέσα από την ζωή του άλλου. Ένα βιβλίο φορτισμένο συναισθηματικά, ένα συγκινητικό ξέσπασμα ψυχής, μία αυτούσια κατάθεση αγάπης του Γαβριήλ για την σύντροφο και σύζυγό του Αγγελική, δοσμένο μέσα από την μοναδική, αξεπέραστη γραφή του Γιάννη Φιλιππίδη. Ευχαριστώ θερμά τον ίδιο και τον εκδότη του Ανέμου, τον Νικόλα Τελλίδη για την παραχώρηση αυτού του τόσο αντιπροσωπευτικού αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημά τους στους «Φίλους Της Λογοτεχνίας», εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία και να είναι καλοτάξιδο και, εσάς τους αναγνώστες που αγαπάτε την καλή σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, σας προτείνω να μην το χάσετε!



Απόσπασμα (Σελίδες 246 έως 258)



δύο τσιγάρα κι ένας διπλός εσπρέσο αργότερα



Με καταλαμβάνει συχνά η ανάγκη να κατέβω μέχρι την είσοδο. Όχι μόνο για την αναγκαία πρόσληψη νικοτίνης. Είναι στην πραγματικότητα οι λέξεις μου που τελειώνουν, και χρειάζομαι μια έστω και για λίγο μετακίνηση, να περπατήσω, ν’ αναπνεύσω καλύτερα, να ’ρθουν να με βρούνε οι καινούργιες. Και κοίτα να δεις πώς γίνεται και συμβαίνει. Κατέβαινα με την πεποίθηση ότι έχω κολλήσει και πως δεν μπορώ να ζυγίσω τι, πόσα και ποια γεγονότα ή πληροφορίες μπορεί να περάσουν σ’ ένα χειρόγραφο που ξεκίνησε για σένα ως επιστολή με άμεσο στόχο την αυτοψυχοθεραπεία μου και τώρα, δες, αρχίζει να γίνεται το βιβλίο της προσωπικής μας ιστορίας. Γράφοντας, συχνά αναρωτιέμαι τι δεν είναι αναγκαίο αλλά πιο πολύ πόσες και ποιες κορυφαίες στιγμές μας δεν πρέπει να παραλείψω. Χωρίς αμφιβολία, καταγράφω ό,τι έρχεται μπροστά μου ξανά πιο ζωντανό, πιο εύκολα, αυτό ορίζω ως πρωτεύον τη στιγμή που ξαναπιάνω μολύβι. Έξω από το νοσοκομείο, πριν λίγο, είδα μια περίεργη σύναξη δεκάδων τσιγγάνων, που κινούνταν ή άλλαζαν κατεύθυνση σαν ένα ομοιογενές σώμα. Σίγουρα κάποιος δικός τους έχει πάθει κάτι σοβαρό. Κι αυτοί οι άνθρωποι παρατάνε σπίτια και καλύβια και τρέχουν στην ανάγκη. Και τότε θυμήθηκα μια φιγούρα, μια παλιά μνήμη ξυπνούσε μέσα στο μυαλό μου, που όλο και πλούταινε σε χαρακτηριστικά. Τέτοιες ξεχωριστές στιγμές δεν θέλω να παραλείψω εδώ.

Ήτανε καλοκαίρι, χαρά Θεού. Τελειωμένες και οι δικές μου υποχρεώσεις και οι δικές σου. Ηλικία και χρόνος; Θα πρέπει να ήταν κανένα εξάμηνο πριν ξανανέβουμε Μακεδονία για το φανταρικό μου. Είχαμε ξεκινήσει με την πρόθεση να πάμε στο αρχαιολογικό μουσείο, αυτό της Πατησίων, αλλά δεν ήθελες να κατέβουμε Πολυτεχνείο, ανεβήκαμε Κάνιγγος. Είχαμε αγοράσει ένα στερεοφωνικό που έπαιζε πια cd, και συ ήσουν ανυπόμονη να μεγαλώσεις την ανύπαρκτη ακόμα συλλογή σου. Μετά από ώρες γύρας από δισκάδικο σε δισκάδικο, μας έβγαλε πάλι ο δρόμος Στουρνάρη και Πατησίων, σπίτι ακόμα να πάμε με τέτοια λιακάδα δεν θέλαμε, είπαμε πως ήτανε γραφτό σήμερα να πιούμε καφέ έξω από το μουσείο. Κι αυτό ακριβώς κάναμε.

Εσύ είχες αγοράσει τέσσερα δισκάκια σ’ εξωφρενικά υψηλή για τα μέτρα της σημερινής εποχής τιμή, και δαγκώναμε τα καλαμάκια από τους παγωμένους φραπέδες μας. Δεν θα ’χαμε καπνίσει περισσότερα από δύο τσιγάρα, όταν μας πλησίασε μια τσιγγάνα, ευτραφής και χρωματιστή. Μας κοίταξε διερευνητικά. Ξεχωρίζαμε σαν τις μύγες μες στο γάλα ανάμεσα στους αλλοεθνείς τουρίστες, ότι με μας θα ’κανε δουλειά, εμείς ήμασταν οι μπροστινότεροι Έλληνες και μάλιστα ελληνάκια συμπαθή στην όψη και γελαστά.

«Ποιο καλό αγόρι θα με κεράσει ένα τσιγάρο;» με ρώτησε, και κοιτώντας με στα μάτια, αθέλητα για κείνη, ομολογούσε την πρόθεση να βγάλει ένα χαρτζιλίκι από μας.

Αθώα, σχετικά, σκέψη. Ανταπέδωσα με χαμόγελο. Σε δευτερόλεπτα, ρουφούσε διψασμένα τον καπνό του και τέντωνε την πλάτη της προς τα πίσω, να ισιώσει, έκανε σίγουρα δρόμο καθημερινά η ξένη γυναίκα. Σε δυο μεγάλες πάνινες τσάντες έκρυβε από δαντέλες μέχρι διπλόφαρδα σεντόνια. Σε μας, όμως, σιγά μην πουλούσε σεντόνια και δαντέλες. Γιατί είχε σταματήσει στα σχεδόν εικοσάχρονα;

«Εσύ» με ρώτησε και διέκρινα έντονη επιθυμία να μάθει, «τίνος παιδί είσαι;»

Εσένα σου ξέφυγε ένα γέλιο και γω κατάλαβα την πλάνη της: τα καλοκαίρια μαυρίζω πάντα πολύ, τραβάω τον ήλιο πριν να σφίξουνε οι ζέστες, είναι κι ο μισός εαυτός μου που ’χει καταγωγή από τον Πόντο, μελαχρινός ο μπαμπάς, μελαχρινός κι εγώ, καταμελάχρινος.

«Του Στέφανου και της Ευγενίας παιδί είμαι» χαριτολόγησα εγώ.

Εκείνη, πάλι, το ’λεγε στα σοβαρά:

«Δεν είσαι παιδί τους, αγόρι μου, σίγουρα κάποιοι δικοί μας θα σε δώσανε».

Δεν απάντησα, ήξερα τη μάνα μου, στους γονείς μου έμοιαζα φανερά, κι αν με είχαν υιοθετήσει οι άνθρωποι, θα είχαν σίγουρα βρει έναν ομαλό γλυκό τρόπο για να μου πούνε την αλήθεια, έτσι κι αλλιώς για μένα αυτοί ήταν οι γονείς μου, ακόμα κι αν κάποιος μου έλεγε πράγματι ότι δεν είναι οι φυσικοί. Δεν της είπα τίποτα, είχε ήδη πλησιάσει εσένα, σου ’χε κιόλας ανοίξει την παλάμη. Εσφαλμένα, θαρρώ, συμπέρανα ότι εντελώς τζάμπα θα πάει το κατοσταρικάκι, ήτανε η λανθασμένη της κρίση για μένα που με είχε σιγουρέψει ότι πρόκειται για μια επαγγελματία πλανεύτρα του θυμικού των ανθρώπων που συναντούσε, το να λέει μοίρες σίγουρα της εξασφάλιζε περισσότερα από τα είδη προικός.

«Εσύ, βρε κοπελιά μου, παράξενο χέρι έχεις. Τι βλέπω, δεν μπορώ να διαβάσω σωστά. Το παλικαράκι από δω είναι γκόμενος; Εγώ εδώ γιατί βλέπω ότι είναι σαν αδερφός σου; Κάτσε γιατί τα ’χασα η γυναίκα».

«Γκόμενος, γκόμενος!» επανέλαβες εσύ θριαμβευτικά, έδειχνες να το διασκεδάζεις.

«Με δουλεύετε, βρομόπαιδα, ναι;»

«Αλήθεια σας λέει!» την διαβεβαίωσα εγώ σε πληθυντικό ευγενείας.

Με κοίταξε δύσπιστα.

«Εσείς οι δυο με μπερδεύετε πολύ!» αντέδρασε και ξανακοίταξε το χέρι σου. «Μακριά και όμορφη ζωή βλέπω, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι θα κάνεις εσύ, πρόοδο κι ευτυχία διαβάζω. Αλλά, συγχώρα με πουλάκι μου, πόσα χρόνια είσαι μ’ αυτό τον άνθρωπο; Εδώ πέρα βλέπω ήδη μια ζωή γραμμένη, περπατημένη, πώς να το πω...»

Με κοίταζες με το πονηρότερο βλέμμα του κόσμου, γεμάτη τσαχπινιά. Η ξένη γυναίκα μάς νικούσε κατά κράτος. Κάτι έβρισκε. Μήπως δεν ήτανε τόσο άσχετη όσο νόμισα;

«Πολλά» απάντησες εσύ.

«Πόσα πολλά, τζιέρι μου; Η ζωή σου εσένα είναι καπαρωμένη από την αρχή της! Χριστέ και Παναγιά, θα τρελαθώ».

Περίμενες αντιδράσεις, αλλά η τσιγγάνα στράφηκε σε μένα.

«Να δω και το δικό σου χέρι».

Την κοίταξα διερευνητικά.

«Εγώ διακόσιες δραχμές δεν σας δίνω» είχε ξυπνήσει ο έμπορος μέσα μου, πριν καν υπάρξω ως τέτοιος. «Αν βολεύεστε με κανά κατοστάρικο, ευχαρίστως...»

Άρπαξε ανυπόμονη το χέρι που της ήταν αναγκαίο.

«Εσύ είσαι ο αδερφός της!»

«Όχι» απάντησα μονολεκτικά, αλλά ξαφνικά ένα άγχος στιγμιαίο έκανε την παλάμη μου να ιδρώσει. Μήπως στ’ αλήθεια κάτι έβλεπε; Και ποιος ήμουν, εγώ ειδικά, για ν’ αποκλείσω οποιοδήποτε ψυχικό φαινόμενο; Την είδα να σκύβει και να σταυρώνεται. Τσιγγάνα και θρήσκα; Φοβότανε με κάτι που έβλεπε;

«Σίγουρα με το κορίτσι δεν είσαστε αδέρφια. Αλλά κάτι είσαστε, κάτι πολύ. Κάτι που φεύγει πίσω σε χρόνια παλιά, την ίδια στιγμή δείχνει να τραβάει βαθιά στο μέλλον. Έχετε όμοιες τις πιο δυνατές σας γραμμές. Θα ζήσετε μαζί για πολύ. Πόσο πολύ, δεν θα με ρωτήσεις, θα φανώ ψεύτρα, δεν ξέρω. Όταν όμως έρθει η στιγμή να χωριστείτε, θα φύγετε όπως ήρθατε σ’ αυτό τον κόσμο: με μικρή διαφορά».

Προσπάθησα να διεισδύσω στη σκέψη της. Άκουσα ότι θέλει να τελειώνει μαζί μας και να φύγει.

«Πότε και με πόση διαφορά;» ρώτησα επιμένοντας εγώ, και τα κεφάλια μας ήρθανε στην ίδια ευθεία.

Την παρακολουθούσα να με κοιτάει, σχεδόν την ένιωθα – τι πρωτόγνωρο συναίσθημα, να μπορεί να δει αυτή πράγματα από μένα, είχα σαστίσει! Είχα όμως τόσο τεντωμένες κρυφές και φανερές αισθήσεις, που αν με ακουμπούσες απροειδοποίητα, θα σε χαστούκιζα πριν σε κοιτάξω.

«Πότε και με πόση διαφορά;» επανέλαβα· τώρα ήμουν εγώ ο ζητιάνος, όχι εκείνη η περήφανη γυναίκα με τα παραιτημένα στήθη, το παραπανίσιο βάρος και τα πολύχρωμα ρούχα.

«Σου το είπα» μου τόνισε, «το πότε δεν το βλέπω» είπε και το βλέμμα της έδειχνε τώρα συμπάθεια. «Αλλά είναι γραμμένο να ζήσετε τη ζωή σας μαζί, πολύ. Κι όταν φύγετε, θα φύγετε ο ένας ψάχνοντας τον άλλον. Και πού ξέρεις, παλικαράκι της φακής, μπορεί σ’ έναν άλλον κόσμο να ξανασυναντιόμαστε, τουλάχιστον μ’ αυτούς που θέλουμε. Εσείς τώρα δεν θα πείτε ευχαριστώ σε μένα, θα σηκωθώ και θα φύγω, θα με χαιρετήσετε μόνο. Γιατί είδα πολλά καλά στις ζωές σας και θέλω να ’μαι σίγουρη ότι τα πιο όμορφα θα ’ρθουν. Κι ας είναι τυχερό να σας πονέσουν οι απώλειες των αγαπημένων σας».

Τι έλεγε τώρα; Τα ’χαμε ψιλοπαίξει.

«Ποιος από μας θα φύγει πρώτος;» τόλμησα να ρωτήσω εγώ, λες και απευθυνόμουν σ’ έναν άνθρωπο που γνώριζε καλά το παρελθόν και το μέλλον μου.

Με κοίταξε αινιγματικά. Κάτι με σιγούρευε ότι γνώριζε.

«Και για ποιες απώλειες αγαπημένων μιλάτε;» είχες ρωτήσει εσύ, ενώ η ξένη γυναίκα έπαιρνε στον ώμο την προίκα της.

«Αυτά, καρδούλες μου, και να τα βλέπω, είμαι ορκισμένη να μην τα λέω. Η ζωή καμιά φορά μάς καίει, ακόμα και χωρίς τον ήλιο που ξεροψήνει κάθε μέρα εμένα. Αλλά μας καίει αλήθεια. Κι ο χρόνος μάς καίει, μη νομίζεις. Μας πετάει σε μια λαμαρίνα καυτή στον μεσημεριανό ήλιο. Και μετά βγαίνουμε με καψίματα. Καμένοι, ναι, αλλά και πιο σοφοί».

Πριν φύγει, πήγα να της δώσω διπλό το κέρμα των εκατό δραχμών.

«Όχι, αγόρι μου» αρνήθηκε. «Από σας τους δυο δεν θέλω λεφτά, βρίσκω εύκολα πελατεία και μη σκας» τέλειωσε και στράφηκε πάλι σε σένα.

«Κι αυτόν εδώ τον μπαγάσα κοίταξε να τον προσέχεις, γιατί αυτό που φαίνεται δεν είναι. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό».

Τώρα είχα αληθινά θράσος. Προκαλούσα τη σχέση μου με την έννοια ειλικρίνεια;

«Μπορείτε να εξηγήσετε στο κορίτσι μας από δω τι της κρύβω;»

Με κοίταξε σαστισμένη, κάτι έβλεπε σε μένα. Και γω γιατί ξαφνικά ψαχνόμουν; Ούτε που ήξερα. Δεν απευθύνθηκε σε μένα. Με κοίταξε μια τελευταία φορά πριν στραφεί ολόκληρη προς το επόμενό της δρομολόγιο και μου είπε χαλαρά:

«Εσύ, αγόρι μου, ζεις μ’ ένα χάρισμα. Ο Θεός να σε φυλάει, να το χρησιμοποιήσεις μόνο για το καλό».

Απομείναμε σιωπηλοί και μόνοι.

«Είχε λες κανένα δίκιο η μάντισσα;»

«Μάντισσα σε ημιαπασχόληση, τον υπόλοιπο καιρό της πουλάει σεντόνια» είπα χωρίς ίχνος σνομπισμού στη φωνή.

Απλώς η γυναίκα είχε πει την απόλυτη αλήθεια. Για τα μέλλοντα δεν είχαμε μάθει περισσότερα. Εκείνη όμως η συνάντηση είχε υπάρξει. Κι έκανα τα πάντα για να σου πάρω το μυαλό, να σε ταξιδέψω γρήγορα σε άλλα, πριν συνειδητοποιήσεις το τι άκουσες. Από τη μεριά σου, ζούσες πάντα με την πεποίθηση ότι ελέγχεις κάθε κύτταρό μου. Οπότε, από τις ευκολότερες φοιτητικές μας ακόμα συνήθειες ήτανε ν’ αγοράσουμε μια παγωμένη πορτοκαλάδα για να συνοδεύσουμε το μπουκάλι της βότκας που έστεκε προκλητική στο ταμείο του σουπερμάρκετ. Και, πίστεψέ με, εκείνο το απόγευμα μεθύσαμε σε λάθος ώρα ακούγοντας τα καινούργια ψηφιακά πια δισκάκια σου. Αλλά όχι μόνο δεν είχα το κουράγιο να εξομολογηθώ, αν με ρωτούσες, τι είδους μυστικά σου κρύβω, αλλά συνέβαινε κάτι και σε μένα εκείνο το απόγευμα, ήμασταν παιδιά κι οι στιγμές ξανάρχονται ακόμα δυνατές και χρωματισμένες με συναισθήματα: ήθελα και γω να ξεχάσω ότι διαφέρω σε κάτι από τους άλλους, Αγγελική μου. Ότι παρακρατώ μια τόσο δυνατή αλήθεια μόνο για μένα. Επιθυμούσα όσο τίποτα να νιώσω ότι είχα υπάρξει μέχρι τότε αθώος, για κάθε μου πράξη και για κάθε μου πιθανό αδίκημα, που μοναδικό στόχο είχε την ευτυχία μας ή την ευτυχία σου.



Δεν είμαι μάντης, δεν υπήρξα ποτέ μου θεός. Κι όμως, ομολογώ ότι θα ’θελα να είχα υπάρξει κι από τα δύο. Ένας προφήτης που θα μάντευε το μέλλον, ίσως και να μπορούσε να το ανατρέψει. Και στα μαύρα σύννεφα της μέχρι τώρα ζωής, ευχήθηκα κι άλλες φορές να ’μαι θεός για λίγο. Μόνο περιστασιακά, αρκετά είχα μεγαλώσει ακούγοντας συχνότερα άχρηστες σκέψεις ανθρώπων που με κύκλωναν. Κάποια γεγονότα που φέρνουνε δυστυχία θα ’θελα να μπορούσα ν’ αλλάξω. Μου δόθηκε και μένα ένα χάρισμα, χάθηκε ο κόσμος να είναι λίγο πιο χρήσιμο για μένα και τους αγαπημένους μου; Μεγάλωσα με την πεποίθηση ότι μπορώ ν’ ακούω τους άλλους, αφού είχα το προνόμιο ν’ απολαμβάνω τις εσωτερικές σκέψεις και προθέσεις τους. Αυτό μ’ έκανε καλό σύντροφο, καλό γιο για τους γρήγορα χαμένους γονείς μου, ικανό ως επαγγελματία, επιπλέον και τίμιο, μιας κι είχα πάρει πρότυπα συμπεριφοράς από μάνα και πατέρα, να ’μαι άξιος και να ’χω ήθος σε κάθε καθημερινή μου κίνηση. Κάποιους θανάτους, ωστόσο, σαν και των γονιών μου, θα τους είχα αναστείλει για το βαθύτερο μέλλον, θα ’χα διασώσει τον αδερφό μου, θα μπορούσα με μια σκέψη να σε κάνω να μ’ αγαπάς σαν θεό δικό σου, ολοδικό σου. Αλλά αυτό ήθελα; Όχι βέβαια, το ζήτημα ήτανε για μένα να μ’ αγαπήσεις και να μείνεις οριστικά μαζί μου επειδή θα το ’θελες, αρκετά με τις παραπανίσιες δυνάμεις και τις παράξενες τσιγγάνες, μικρά παιδιά ήμασταν, θα βλέπαμε και θα πράτταμε.



Έτρεξαν χρόνια από τότε. Οι καιροί και οι στιγμές που θα ’ρχονταν στις ζωές μας θα επιβεβαίωναν το αυτονόητο: θα προχωρούσαμε μπροστά χωρίς την ανάγκη άλλων δυνάμεων – υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη από τα ίδια μας τα συναισθήματα; Δεν λέω, υπήρξα χαϊδεμένο παιδί από αυτή την ίδια τη διαφορετική μου φύση, προικισμένος με μια διεισδυτικότητα που με βοηθούσε να παίρνω αποφάσεις καλύτερες για όλους μας, αφού συνήθως ήξερα τα θέλω των άλλων.

Αντιλαμβάνεσαι τώρα ότι ζω μια ολόκληρη ζωή πλάι σου αφουγκραζόμενος κάθε σου λαχτάρα, αμέτρητες ειπωμένες φράσεις που ’σουνα σίγουρη πως δεν τις άκουγε κανείς; Μ’ έβλεπες τακτικά να κάνω πράγματα που ευχόσουν και ποτέ δεν κατάλαβες πως τρέχει κάτι μη κανονικό με μένα. Καμιά φορά γελούσες με τον συντονισμό μας στη σκέψη, το ’χουν αυτό τα πολύ δεμένα ζευγάρια, ποτέ δεν έβαλες με τον νου σου κάτι παραπέρα από το απολύτως φυσικό, ασυνήθιστα πολλά τα χρόνια που ήμασταν μαζί. Κι ίσως λόγω της μακράς σχέσης μας με τον χρόνο, κάποιες σκέψεις σου το ’χες αυτονόητο πως θα τις καταλάβαινα.

Ξέρεις τι αντιλαμβάνομαι μεγαλώνοντας; Σιγουρεύομαι για το γεγονός ότι αυτός ο αλλιώτικος τρόπος να βλέπω τους άλλους και όσα συνέβαιναν κατέληξε να με κάνει πιο ευαίσθητο σίγουρα, ίσως και αρκετά καλύτερο άνθρωπο. Ψήθηκε η ψυχή μου εσωτερικά, μαθαίνοντας ότι υπάρχουν επιθυμίες που είναι για καλό. Και άλλες, πάλι, που στόχευαν στο κακό, το λίγο περισσότερο κακό ή το πολύ παραπάνω. Το χάρισμα μ’ έκανε να μπορώ να διακρίνω τις χαλκευμένες συμπεριφορές από τις φυσιολογικές των κανονικών ανθρώπων.

Κάτω από τ’ ασθενικά μου φτερά, υπήρξαν φορές που ένιωσα προικισμένος, η ικανότητά μου να σας αγκαλιάσω και να σας προστατεύσω από λανθασμένες συναναστροφές δρούσε καίρια, με άμεσο αποτέλεσμα το να μπορείτε να ζείτε πιο ήσυχες, χωρίς τους λάθος ανθρώπους στο στενό μας περιβάλλον. Όποιος είχε λεκιασμένες σκέψεις έβγαινε γρήγορα από το τοπίο, εγώ το φρόντιζα, το θεωρούσα ιερό μου καθήκον. Πέρα απ’ αυτό, όμως, ο χαρακτήρας μου διαμορφώθηκε με τρόπο κακομαθημένο. Ένιωθα πως τα ’χαμε όλα και πως τίποτα δεν θα μας άγγιζε. Υπήρξα αμνήμων κι εγωιστής. Οι θάνατοι των γονιών μου έφευγαν από ψυχική άμυνα δική μου στα παραπίσω κουτάκια του μυαλού μου.

Το ενδεχόμενο να σε χάσω με αχρηστεύει, με κάνει αδύναμο, μικρό, άφαντο, αλλά κυρίως άχρηστο, με καθιστά θεατή των εξελίξεων, η ζωή με καθηλώνει σαν αθλητή στην εξέδρα της.



Μέρες πριν ξεκίνησα να γράφω την ιστορία μας από την αρχή, με την παιδιάστικη πεποίθηση πως, αν ξυπνήσεις και δεν θυμάσαι, θα την διαβάσεις και θα τα μάθεις όλα. Μα πόσο αφελής μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος; Το μόνο που μπορεί να κάνει αυτή η αφήγηση είναι να σου εγείρει μνήμες που ζήσαμε, να σου περάσει στο μέτρο του εφικτού τον δικό μου πατενταρισμένο τρόπο να βλέπω τα πράγματα, ίσως σου κρατήσει μια ενδιαφέρουσα συντροφιά όταν πια θ’ αναρρώνεις φυσιολογικά. Αν όμως ξυπνήσεις και δεν αναγνωρίζεις τίποτα και κανέναν, ακόμα κι αν προσπαθήσεις, αδυνατώ να φανταστώ τις αντιδράσεις σου. Θα μάθεις σ’ αυτή την περίπτωση από την αρχή να επικοινωνείς μαζί μου με τρόπους που από πάντα χαρακτήριζαν εσένα κι εμένα. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι θα θυμάσαι. Κάτι που βέβαια προϋποθέτει τη βασική και στοχευμένη μου ελπίδα: να ξυπνήσεις ομαλά και να ’σαι γερή. Να συνεχίσω να σ’ έχω δίπλα μου, να μοιραζόμαστε παλιές και καινούργιες σκέψεις, κάτω από το πρίσμα τής γνώσης που θα σου δώσουν όσα αφανέρωτα μυστικά διάβασες εδώ.



Υπόθεση Οπισθόφυλλου:



«Την εποχή των αθώων σκέψεων και των ανοιχτών παραθύρων, γεννιούνται με διαφορά δεκατεσσάρων ημερών, μέσα στον ίδιο Απρίλη, δύο φωτεινά πλάσματα, σε αντικρινά σπίτια παλιών φιλενάδων. Ο δρόμος που χωρίζει τα σπίτια τους είναι κι ο ίδιος που θα τους ενώσει για πάντα. Αρχές της δεκαετίας του ’70, και τα παιδιά θα συνδεθούν μ’ έναν πρωτόφαντο κι οριστικό τρόπο. Οριστικό;

Ο μικρός Γαβριήλ γεννιέται μ’ ένα παράξενο χάρισμα: ν’ ακούει τις επιθυμίες, τις ευχές, τις προσευχές και τις λαχτάρες όσων τον πλησίαζαν, χωρίς να το επιδιώκει ο ίδιος. Θα μπορέσει ένα άγουρο παιδί να τιθασεύσει προς όφελος του καλού ένα τέτοιο ψυχικό του πλεονέκτημα ή θα χαθεί στα δαιδαλώδη μονοπάτια της πονηρής ανθρώπινης φύσης;

Μαζί θα νιώσουν τα κορμιά τους να μεγαλώνουν, τις σκέψεις τους να γίνονται πιο ώριμες, πιο ενήλικες. Θα διδαχτούν εύκολα τον τρόπο να λειτουργούν συντροφικά, να εκφράζουν με τις πράξεις τους τη θέρμη τού ενός για τον άλλον στις καρδιές τους.

Η Αγγελική δεν γνωρίζει για το χάρισμα από επιλογή τού αγοριού. Κι έπειτα, μια τέτοια δύναμη θα σταθεί άξια να βοηθήσει όταν οι δύο παντοτινά ερωτευμένοι άνθρωποι βρεθούν με τις ζωές τους να κρέμονται από μία μόνο κλωστή;»



Β αυτάκι

«...Oι λέξεις είναι σημαντικές, επειδή εκφράζουν την ίδια τη ζωή. Την καταγράφουν, την αποτυπώνουν. Αλλά χωρίς ζωή, οι λέξεις χάνουν τον αναφορικό τους χαρακτήρα, μετατρέπουνε τα γεγονότα σε μνήμες, που θα θαφτούν με τον καιρό στην οριστική σκόνη της λήθης. Φιλοσοφώ για την κόλαση και τον παράδεισο, αλλά το παρόν τρέχει εδώ, εδώ συμβαίνει τώρα οτιδήποτε καλό ή κακό, γιατί ζωή είναι η διαδοχή από τη μια στιγμή στην άλλη.…»

Πηγή: Φίλοι της Λογοτεχνίας


«Κωδικός ελευθερία: Γιατί κι εμείς είμαστε στο πλευρό του Iνδιάνου».• ΔΡΟΜΟΣ της αριστεράς 5/12/2015

(Εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς 5/12/2015)
.
«Εγώ σου μιλώ για τη δική σου προσωπική ελευθερία: 
με δράση κερδίζεται η ζωή όχι με απόγνωση…»
Γιάννης Φιλιππίδης
.
Είχαμε μιλήσει και παλιότερα με τον Γιάννη Φιλιππίδη με αφορμή τη συλλογή με πεζά κείμενα και σκέψεις «Ζωή με λες» (Δρόμος της Αριστεράς, 21/1/2012). Τώρα ένα νέο του βιβλίο κυκλοφορεί σε εκείνα τα χνάρια. Ένα βιβλίο προσωπικό, αλλά και βαθιά παρεμβατικό. Ένας άλλος δρόμος που συνήθως δεν ακολουθείται στην εκδοτική παραγωγή.
.
Άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας μαζί με τον Νικόλα Τελλίδη έχουν πάρει το ρίσκο να βουτήξουν στα εκδοτικά πράγματα -χωρίς πλάτες- με τον «Άνεμο». Προϊόν της συνεργασίας τους είναι και ο «Κωδικός Ελευθερία». Κείμενα του Γιάννη, φωτογραφίες του Νικόλα σε ένα βιβλίο κατά του εφησυχασμού:
«Αφυπνίσου, μην αφήνεσαι στην περιδίνηση όσων υπογράφουν το μέλλον με το δικό σου πληρεξούσιο. Όλα θα ξαναβρούν τη σειρά τους όταν θα θυμηθείς αν εκτιμάς και ν’ απορρίπτεις. Αλλά ποτέ μη σταματάς να περπατάς»
.
Σκέφτομαι ότι αυτό θα μπορούσε να είναι και μότο της δικής μας προσπάθειας. Της δικής μας εφημερίδας. Του «Δρόμου» μας. Άλλωστε την ίδια «τρέλα» κουβαλάμε είτε λέγεται τέχνη, είτε λέγεται πολιτική.
.
Το βιβλίο θα παρουσιαστεί την ερχόμενη Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου στις 6.30 στο Loukoumi Bar. Για τον συγγραφέα και το έργο του θα μιλήσουν οι συγγραφείς,
Αλκυόνη Παπαδάκη και Αναστασία Κορινθίου, ενώ αποσπάσματα θα αποδώσει ο ηθοποιός-συγγραφέας Πασχάλης Τσαρούχας.
.
Γράφει ο Γιάννης Φιλιππίδης:
«…Με τις προσωπικές μου ελεύθερες αυτόνομες σκέψεις απέμεινα ξανά. Μακριά από επαγγελματίες που εμπορεύονται το συναίσθημα της ελπίδας, οι ίδιοι μόνο γνωρίζουν για το όφελος ποιανού εργάζονται. Γιατί πολίτης ανάμεσα σ’ ένα λαό μιας πατρίδας, που η γη της ζεματάει όταν την περπατάς, όπως σε πλεούμενο λίγο πριν από τον οριστικό του αφανισμό, εγώ και πάλι θα θυμηθώ την πατρική καθοδήγηση να ταχθώ ξανά στο πλευρό του Ινδιάνου. Πλάι στον αδικημένο, η αντιπολιτευτική μου παρόρμηση ίσως φανεί χρήσιμη, αφού βλέπεις βοηθάει στο να μη μεθάς με καμιά εξουσία, να μη συγχωρείς κανέναν επίορκο…»

«Κωδικός ελευθερία» • ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ > Συνέντευξη με τον ΓΙΑΝΝΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη


Η ευκαιρία να γνωρίσω τον αγαπητό Γιάννη Φιλιππίδη, σαν συγγραφέα μέσα από το έργο του αλλά και σαν άνθρωπο διά ζώσης, ήταν ανεκτίμητη για μένα. Είχα την χαρά να ‘διαβάσω’ έναν ταλαντούχο άνθρωπο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας με γραφή ζωντανή, μεστή, πρωτότυπη και εμπνευσμένη που κάθε φορά με ‘ταξιδεύει’ μέσα από τις σκέψεις του τις αποτυπωμένες στο χαρτί. Είχα όμως τη χαρά να γνωρίσω και από κοντά και να αποκαλώ πλέον φίλο έναν άνθρωπο ευφυή, ευγενικό, χαρισματικό και ταλαντούχο που χαράζει τον δικό του ανεξάρτητο και επιτυχημένο δρόμο στον δύσκολο και απαιτητικό κόσμο των γραμμάτων και των εκδόσεων, ιδιαίτερα σε μία εποχή που μόνο εμπόδια και αντιξοότητες έχει να προσφέρει σε όσους τολμούν να παίρνουν πρωτοβουλίες βασισμένοι αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις και στα οράματά τους.
            Το πρώτο δικό του βιβλίο που διάβασα και πραγματικά λάτρεψα ήταν η συλλογή διηγημάτων του για ενηλίκους «Μα Το Ψάρι Είναι Φρούτο». Ακολούθησε το εξίσου εξαιρετικό και πολύ δυνατό μυθιστόρημά του «Κρατάς Μυστικό;», που θεωρώ πιο επίκαιρο από ποτέ στη σημερινή εποχή που μαστίζεται από την οικονομική κρίση, στη συνέχεια το συναρπαστικό πρώτο μυθιστόρημά του «Η Μυρωδιά Σου Στα Σεντόνια Μου» και, πέρυσι, το τελευταίο υπέροχο βιβλίο του «Ο Απρίλης Στάθηκε Αλήτης», με το οποίο ταυτίστηκα σε πάρα πολλά σημεία και θεωρώ ένα από τα πιο αισιόδοξα μυθιστορήματα που μπορεί να διαβάσει κανείς. Αυτό που συμπέρανα για τη γραφή του Γιάννη Φιλιππίδη είναι πως έχει ένα μοναδικό, προσωπικό στυλ, με συνεχείς εναλλαγές μεταξύ αστείου και σοβαρού – οπότε γράφονται και οι πιο σημαντικές αλήθειες – συγκινητικού, ερωτικού, σαρκαστικού, τρυφερού και αληθινού, με ανεξάντλητες πινελιές ευρηματικότητας, φαντασίας και ονειροπόλησης. Το αποτέλεσμα είναι βιβλία μοναδικά, συναρπαστικά, πρωτότυπα, εμπνευσμένα που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος και που εμπλουτίζουν την ψυχή του με άπειρα συναισθήματα.
            Έτσι, όταν πριν από λίγες μέρες έφτασε στα χέρια μου το νέο του βιβλίο, μια νέα συλλογή από ‘παιχνίδια πεζογραφίας’ με τίτλο «Κωδικός Ελευθερία» ήμουν βέβαιη ότι θα διάβαζα ακόμα ένα εξαιρετικό έργο του Γιάννη Φιλιππίδη, από αυτά που μένουν χαραγμένα στο μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη και που, κατά καιρούς, τα αναζητά εκ νέου στη βιβλιοθήκη του για να τα ξαναδιαβάσει νιώθοντας πως συναντά έναν παλιό, αγαπημένο φίλο, του οποίου του έλειψε η παρουσία. Τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της λογοτεχνίας βγαίνουν κατευθείαν από την ψυχή, από τον συναισθηματικό μας κόσμο, από όσα μας πλήγωσαν, μας λύγισαν, μας τραυμάτισαν, αλλά τελικά μας έκαναν δυνατότερους και πιο ανθεκτικούς σε όσα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε! Δεν έχει σημασία ποιά μορφή θα έχουν, αν θα είναι διηγήματα, μυθιστορήματα, νουβέλες, σκόρπια κείμενα ή ποίηση, παιχνίδια πεζογραφίας ή οτιδήποτε άλλο σε μορφή γραπτού, αφηγηματικού λόγου… Σημασία έχει ότι είναι κομμάτια της ψυχής του κάθε συγγραφέα. Ένα τέτοιο πολύτιμο κομμάτι ψυχής είναι και αυτό το νέο βιβλίο του φίλου Γιάννη, το «Κωδικός Ελευθερία» για το οποίο όσα μπράβο και όσα συγχαρητήρια κι αν του απευθύνω θα είναι λίγα...!
            Τον ευχαριστώ για την νέα αυτή συνέντευξη που μου παραχωρεί για τους «Φίλους Της Λογοτεχνίας» με αφορμή το πιο πρόσφατο έργο του  και του εύχομαι καλή επιτυχία στο νέο του δημιούργημα, να είναι πάντα καλά και να μας ‘απελευθερώνει’ μέσα από τις συγγραφικές εμπνεύσεις του!

1) Αγαπητέ κ. Φιλιππίδη, αυτή την εποχή κυκλοφορεί το ένατο βιβλίο σας, μια συλλογή ανεξάρτητων κειμένων – σκέψεών σας τα οποία συνοδεύονται από τις εκπληκτικές φωτογραφίες του εξαίρετου Νικόλα Τελλίδη των εκδόσεων Άνεμος, με τον πολυσήμαντο και αλληγορικό τίτλο «Κωδικός Ελευθερία». Ποια ήταν η αρχική σας έμπνευση, το έναυσμα για τη δημιουργία αυτού του βιβλίου σας;

Η παράλληλη με τη συγγραφή βιβλίων σποραδική μου αρθρογραφία σε γνωστά σάιτ ή το δικό μας www.anemosmagazine.gr με πήρε ξανά από τα διαφορετικά πάντα, αλλά γραμμένα με ξεχωριστό πάντα τρόπο και τη δική τους γλώσσα, μυθιστορήματα. Το σημαντικότερο όμως, είναι πως στο «Κωδικός Ελευθερία», έχουμε να κάνουμε μ’ ένα σχέδιο βιβλίου αλλιώτικο, ξεχωριστό. Σμίξαμε λόγο αυτοδιερευνητικό και άμεσο, όπου συγγραφέας και αναγνώστης ψάχνουν και βρίσκουν όσα τους ενώνουν με την υποβλητική παρουσία επιλεγμένων φωτογραφιών του Νικόλα. Αν το κάναμε για πρώτη φορά, θα έλεγα πως είναι πείραμα. Το καλύτερο όμως είναι πως, το Δεκέμβρη του 2011, κάναμε το ίδιο μ’ ένα ανάλογο βιβλίο εσωτερικής ανασυγκρότησης συγγραφέα – αναγνώστη σε ανοιχτή επικοινωνία με το «Ζωή Με Λες», που ήταν κι εκείνο μια σειρά από ανεξάρτητα πεζά, ντυμένα με το φωτογραφικό υλικό της φίλης μου Ρενέ Ρεβάχ. Το βιβλίο τυπώθηκε σε μια διπλή μεγάλη έκδοση χιλιάδων αντιτύπων και σύντομα θα επανεκδοθεί, η δε επιτυχία του, μου έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ελευθερία να αφεθώ σε κείμενα που επιχειρούν να καταγράψουν όσα συμβαίνουν μέσα μας και γύρω μας με διάθεση πάντα, στο να ξαναδούμε τα πράγματα από τη φωτεινή τους πλευρά.

2) Πόσο πραγματικά ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε εμείς οι άνθρωποι, δεδομένου του πεπερασμένου χρόνου ζωής και των δυνατοτήτων μας; Πόσο "ελεύθερος" νιώθετε εσείς κατά τη συγγραφή κάθε έργου σας;

Ενδιαφέρουσα η ερώτηση, με δυο πτυχές. Αλήθεια είναι, πως ο χρόνος ζωής μας στο γήινο φλοιό δεν είναι αιώνιος, όπως παιδιά ίσως πιστεύαμε. Κι είναι μάταιο και χρονοβόρο να τον ξοδεύουμε, ζώντας με κατά συνθήκη ψεύδη ή ζώντας κουκουλωμένοι από το γκρίζο της δύσκολης εποχής. Όσα αγαπάμε ή μας κάνουν να ευτυχούμε έστω και στιγμιαία, δε κοστίζουν πάντα χρήματα κι η ζωή μας δεν είναι μια διαρκής οφειλή, έχουμε και τον κανονικό μας εαυτό, με τις ανάγκες, τα συναισθήματα και τα θέλω μας. Αυτά είναι που ελευθερώνουν και μένα σα συγγραφέα, να γράψω όχι μια μυθοπλασία, αλλά να φωτίσω πλευρές που μας αφορούν άμεσα και περισσότερο. Ο χρόνος, μου έχει αποδείξει, πως αν σαν συγγραφέας περνάς καλά γράφοντας με αμεσότητα και ειλικρίνεια, τότε το αντικείμενό σου βρίσκει γρήγορα τους αποδέκτες που αξίζει.

3) Το βιβλίο σας αυτό έχει την ίδια ιδιαίτερη μορφή, δηλαδή το συνδυασμό κειμένων και φωτογραφιών, με το αντίστοιχο προηγούμενο εξαιρετικό σας βιβλίο «Ζωή Με Λες». Ποιος ο σκοπός και η χρησιμότητα ενός βιβλίου τέτοιας μορφής σε σχέση με το κλασσικό βιβλίο χωρίς εικόνες;

Ο ρόλος ενός μυθιστορήματος – όσο καλό και να ‘ναι – είναι μια στάλα αλλιώτικος, στόχο άμεσο έχει να σε «κλέψει» σε μια ιστορία, που θα εγείρουν τα δικά σου συναισθήματα. Με τρόπο αλλιώτικο σ’ ακουμπάει ένα βιβλίο ελεύθερης γραφής, που περιγράφει πιο εσωτερικά, δικά σου, καθημερινά περιστατικά, αισθήματα. Στόχος πάντα – ακόμα και –   της τέχνης ενός βιβλίου, είναι πάντα η υπέρβαση. Οι συγγραφείς περιγράφουμε τη ζωή, όπως την εισπράττουμε μέσα από τα υπερευαίσθητά μας κέντρα, κάπως σα να την ανεβάζουμε ένα σκαλοπατάκι πιο ψηλά από την κάθε μέρα μας. Έτσι, της δίνουμε καινούργια στίξη, βλέπουμε σαν αναγνώστες, αλήθειες και στόχους, που χάνονται μέσα μας, ενόσω τρέχουμε για τ’ αναγκαία. Κι είναι ό,τι περισσότερο αξίζει να σώσουμε μέσα μας, ζώντας σε καιρούς παράξενους.

4) Κάθε κείμενο με την δική του ξεχωριστή σημασία και μορφή. Άλλοτε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, άλλοτε διάλογος, άλλοτε ποίηση, άλλοτε εκμυστήρευση. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για την "ιστορία πίσω από τις ιστορίες σας";

Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια συναισθηματική αλλιώτικη τεχνική από ένα μυθιστόρημα ροής, όπου ταξιδεύει κανείς με την ίδια ιστορία ως το τέλος. Στο «Κωδικός Ελευθερία», όπως και στο «Ζωή Με Λες» που προϋπήρξε ιστορικά σα βιβλίο, έχουμε να κάνουμε με πράγματα από κοινού μοιρασμένα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη. Το ταξίδι, παίρνει αφορμές, κλέβει στιγμές από τις δικές μας, τις κάνει σπονδυλωτές ιστορίες ως προς τον άξονα της ελευθερίας ή της ζωής αντίστοιχα, έννοιες συνυφασμένες στην ουσία τους και τις αναπτύσσει ελεύθερα, χωρίς περιττά λόγια ή άλλων εποχών στόμφο. Με τα πιο απλά δικά μας ελληνικά, μπορούμε να επικοινωνήσουμε τα καλύτερα. Κι αν δεν είναι μια κοινή μυθιστορία, θα υπάρξουν φίλες και φίλοι, που μια τέτοια συνάντηση, θα την κατατάξουν σε πιο σημαντική θέση από ένα απλό μυθιστόρημα. Γιατί πρόκειται για κείμενα που επιχειρούν να θεραπεύσουν κι ίσως αξίζει ακόμα και να επιστρέφεις σ’ αυτά, όταν αισθάνεσαι την ανάγκη να βρεις ξανά το έρμα μέσα σου.

5)  Τα περισσότερα μυθιστορήματά σας βασίζονται σε πραγματικές καταστάσεις και γεγονότα. Ελάχιστα εντάσσονται στη σφαίρα της φαντασίας. Στο «Κωδικός Ελευθερία» είναι κάποια από τα κείμενά σας αποκυήματα φαντασίας, ή έχουν τις ρίζες τους σε πραγματικά γεγονότα και υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις;

Χαίρομαι που ίσως κάποια από τα μυθιστορήματα μοιάζουν με αληθινές ιστορίες, αλλά για να πω την αλήθεια μου, κανένα από αυτά δεν έχει άμεση – πραγματική ρίζα, μ’ αρέσει να επηρεάζομαι απ’ όσα προσλαμβάνω ή με συγκινούν και ν’ αφήνομαι σ’ ένα μύθο δικό μου πια, που με κλέβει και ζω μέσα του, τις εποχές που γράφεται τουλάχιστον, συχνά και καιρό μετά. Στο «Κωδικός Ελευθερία», αφέθηκα να γράψω, πραγματικές στιγμές, εντυπώσεις από μαγικούς ελληνικούς προορισμούς που μ’ έκαναν πρώτα εμένα πιο πλούσιο σε εικόνες και μνήμες. Ενυπάρχουν στην ίδια ενότητα κειμένων, τα άγχη κι οι χαρές μας, το φεύγα του νου μας, χωρίς να κρύβεται ο άστεγος, ο μετανάστης, μια γυναίκα που ζει μόνη για χρόνια πολλά, για να φέρω κάποια παραδείγματα. Όποιος κι όποια από μας έχει αισθανθεί στέρηση ελευθερίας – κι όχι βέβαια άμεσα με την πολιτική, αλλά πιο πολύ την ανθρώπινη πλευρά του – σ’ αυτό το βιβλίο, έχω την αίσθηση, ότι θα βρει έναν καλό σύμμαχο, μια συντροφιά που θα τον ωφελήσει. Γιατί δε μιλά το βιβλίο για πρόσωπα που ξεπηδούν από μύθους, μιλούν για κείνον/νην. Κι αυτό, έχει ξεχωριστή σημασία…

6) Όλα τα κείμενα του βιβλίου σας αυτού με άγγιξαν και με "ταξίδεψαν". Ένα, όμως, συγκεκριμένα με συγκίνησε και με συντάραξε περισσότερο… «Τα Θαμπά Οπτικά Μου Κέντρα». Θα θέλατε να  μας μιλήσετε λίγο περισσότερο γι’ αυτό και για την απόφασή σας να μοιραστείτε κάτι τόσο προσωπικό με τους αναγνώστες σας;

Δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που περιφέρουν τα ψυχοσωματικά τους βάσανα προς τέρψιν, ή ωφέλεια τρίτων κι άνευ λόγου, ή με στόχο το κέρδος. Αν θέλησα να το κάνω σ’ ένα βιβλίο που προορίζεται να μας κάνει να νιώσουμε πιο ελεύθεροι, είναι γιατί θέλω να δώσω δύναμη. Το απλό σύνθημα ότι ζω με το 50 τοις εκατό στην οπτική μου ικανότητα κι όμως, βρίσκοντας την τεχνολογία και τους τρόπους, να συνεχίζω να γράφω πολυσέλιδα, άλλοτε πάλι περίπλοκα ως προς τη δομή και τον επανέλεγχό τους, βιβλία. Ταυτόχρονα, είμαι αρχισυντάκτης σ’ ένα ηλεκτρονικό μαγκαζίνο με έμφαση στο βιβλίο, τον πολιτισμό και την ποιότητα ζωής, χωρίς ν’ αφήνω πίσω μου στιγμή, την απόλυτη ευθύνη των εκδόσεων του Ανέμου. Κι αυτό ήθελα να καταδείξω: πως κίνητρο να πεις την απόλυτή σου αλήθεια, αποτελεί το γεγονός, ότι μια αναπηρία, που στ’ αλήθεια σε ταλαιπωρεί σε πολλά, δεν αποτελεί τροχοπέδη στον προσωπικό μας στόχο και σκοπό.

7) Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου για εσάς; Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας επιτυγχάνει ένας είδος "ψυχοθεραπείας" με την κατάθεση των σκέψεων και των συναισθημάτων του στις σελίδες ενός βιβλίου;

Αναμφίβολα μ’ ένα βιβλίο σαν το «Κωδικός Ελευθερία», ο συγγραφέας επανασυντονίζει πρώτα τον εαυτό του κι αν το αποτέλεσμα εμπνεύσει ειλικρίνεια κι εμπιστοσύνη, τότε ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του το δώρο ενός κύκλο ψυχοθεραπειών… σαν ελάχιστο δώρο. Αλλά αξίζει τον κόπο: γιατί πρώτος ο συγγραφών, χρειάστηκε να σταθεί ακέραιος, προβάλλοντας δημόσια, το πιο αληθινό και όμορφο κομμάτι των δικών του εσωτερικών συναισθημάτων και σκέψεων.

8) Δύο από τα κείμενά σας είναι αφιερωμένα εξαιρετικά σε δύο πολύ αγαπημένες σας υπάρξεις. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για αυτά;

Η μία είναι η Ειρήνη Τσορμπατζόγλου, που στάθηκε εκτός από δυναμική φίλη-αρωγός σ’ ένα πλήθος στιγμών, κατά τις οποίες μας γιάτρευε η στήριξη τέτοιων φίλων μας, αλλά πέρα από τη φυσική της παρουσία, αποτέλεσε το συνδετικό κρίκο για τη φιλία μου με την Αλκυόνη Παπαδάκη, που αποτελεί από μόνη της ένα σημαντικό για μένα κεφάλαιο στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Η δεύτερη αφιέρωση απευθύνεται στη συγγραφέα του Ανέμου, την Αναστασία Κορινθίου, που εκτός από παλιά φίλη πολλών ετών, έχω τη χαρά να μοιράζομαι μαζί της όχι μόνο το κοινό μας εκδοτικό σπίτι, τον Άνεμο, αλλά επιπλέον, είναι η φίλη – εξ’ αγχιστείας συγγενής, στ’ αλήθεια – με την οποία μοιραζόμαστε κοινά τρέχοντα αλλά και μελλοντικά όνειρα, ταξίδια, διοργανώσεις που φέρουν φως από το δικό της αυτόφωτο αστέρι, κι επιπλέον είναι η καθ’ ύλην υπεύθυνη, που κατεβάζοντας με ξανά και ξανά στην βασίλισσα Ρόδο, μ’ έφερε αντιμέτωπο με νεανικές προσωπικές μνήμες, που γέννησαν καινούργια κείμενα, γνωρίζοντας – σαν από πάντα της ένα σοφό παιδί, που ωστόσο παραμένει πάντα ένα ονειροπόλο παιδί – ότι θα μου φέρει καινούργιες εμπνεύσεις, κάποιες από τις οποίες συμπεριλαμβάνονται στο 9ο μου βιβλίο.

9) Κείμενα με επίκεντρό τους  την δημοκρατία,  τους ανώνυμους ανθρώπους,  την κρίση,  τα σκοτεινά βλέμματα,  τα σκυφτά κεφάλια,  την απογοήτευση και την δράση για την αντίδραση στα "κακώς κείμενα" της εποχής μας; Πείτε μας τις σκέψεις σας και τα μηνύματα  που θέλατε να μας μεταδώσετε μέσα από αυτά.

Η ερώτηση αυτή, αγγίζει την καρδιά του συγγραφέα Γιάννη, γιατί περιγράφει με ακρίβεια αυτό το βιβλίο. Τα βλέμματα και τα κεφάλια μπορούν να σηκωθούν και πάλι ψηλά. Η τέχνη της πεζογραφίας είναι δω, είναι πάντα εδώ για να βοηθήσει, επιστρέφοντάς μας στο σιωπηλό χρόνο μιας ανάγνωσης, που συχνά τη σταματάμε, γιατί ενεργοποιεί κέντρα και αξίες, που είναι ανάγκη να παραμένουν φωτισμένα μέσα μας.

10) Ρόδος, Σύμη, Σαντορίνη, Καστοριά… Κάποια από τα μέρη στα οποία αναφέρεστε μέσα στο βιβλίο σας. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να ταξιδεύετε, να γνωρίζετε καινούρια μέρη και τοποθεσίες ή να επιστρέφετε σε παλιά και αγαπημένα; Είναι απαραίτητο αυτό για έναν συγγραφέα, ή αρκούν τα  "ταξίδια της φαντασίας του";

Στην εποχή που θα ‘ταν αστείο ν’ αναζητούμε τα εμπορικά οφέλη ακόμα κι από βιβλία που έχουν απηχησιμότητα κι ευαισθησία, αισθάνομαι τουλάχιστον ευλογημένος, που υπάρχουν προορισμοί, έτοιμοι να καλοδεχτούν εμάς και το έργο μας. Η πατρίδα μας είναι γεμάτη μαγικούς προορισμούς, μικρούς παράδεισους. Σαλονίκη – Μακεδονία, Ζάκυνθος, Αίγιο, Ναύπλιο, Κύθηρα, Κρήτη, Σαντορίνη, Ρόδος, Σύμη. Τα βιβλία είναι για μένα το όχημα. Μπορεί πάντα τα «επαγγελματικά» ταξίδια να έχουν ανάγκη από τη δική τους πειθαρχία, αλλά οι εικόνες που προσλαμβάνω, δε θα κερδίζονταν στο φυσικό χρόνο ζωής ενός κανονικού ανθρώπου. Είναι το δεύτερο μεγάλο δώρο, μετά από τις αγκαλιές των φίλων εκεί που πας, βρίσκεις και ξαναβρίσκεις με την ίδια λαχτάρα και χαρά, ελπίζω να μου συμβαίνει δια βίου.

11) Γνωρίζετε ότι "τρέφω" μια ιδιαίτερη προτίμηση και αδυναμία στο βιβλίο σας «Μα, Το Ψάρι Είναι Φρούτο», μια συλλογή παραμυθιών για ενηλίκους. Εσείς, αν σας ζητούσα να επιλέξετε κάποιο από τα βιβλία σας που να του έχετε περισσότερη αδυναμία, ποιό ή ποιά θα ήταν αυτά και γιατί;

Με ξεπερνάει η ιδέα να τα ξεχωρίσω. Είναι χαρά μου ωστόσο, που καθένα απ’ αυτά είναι και κάτι διαφορετικό, γραμμένο πάντα από τον ίδιο άνθρωπο, οι εποχές κι η οπτική αλλάζουν κάποιες φορές. Αλλά για διαφορετικούς λόγους αγαπώ τα μυθιστορήματα, γι’ άλλους πάλι τα ανεξάρτητα πεζά: τα πρώτα γιατί αποτελούν διαφυγή ψυχής σε ροή ατέλειωτων σελίδων, τα δε δεύτερα σαν το «Ζωή Με Λες» ή το «Κωδικός Ελευθερία» τ’ αγαπάω, γιατί επανασυντονίζουν εμένα και τους φίλους τους στη δική μας προσωπική κανονικότητα, που έχουμε τόση ανάγκη.

12) Αφού σας ευχαριστήσω θερμά για τον χρόνο που διαθέσατε για να απαντήσετε στις ερωτήσεις μου και σας ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο το νέο σας βιβλίο «Κωδικός: Ελευθερία», πείτε μου, τί να περιμένουμε από εδώ και πέρα από το Γιάννη Φιλιππίδη; Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά του σχέδια;

Κάθε βιβλίο για κάθε συγγραφέα που σέβεται τον εαυτό του/της, είναι ιστορία που κρατάει χρόνια πριν δημοσιευθεί. Ένα μυθιστόρημα περιμένει την απόλυτή μου αφιέρωση κι είναι ακόμα στα μισά του. Ενδιάμεσα θα παίξουν πολλές βιβλιοβραδιές και κάπου στο βάθος του μυαλού μου, ίσως και να σκέφτομαι άλλο ένα θεατρικό έργο, λίγο καιρό πριν και σχεδόν ταυτόχρονα με το «Κωδικός ελευθερία», εκδόθηκε και «Το ασανσέρ Των Οκτώμισι», κάτι που μου προκάλεσε ιδιαίτερη χαρά. Κι η μία χαρά, φέρνει ίσως γρηγορότερα την άλλη.

>> «ΚΩΔΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», του Γιάννη Φιλιππίδη
Άνεμος Εκδοτική
(Παιχνίδια πεζογραφίας, 2015)
Σελίδες: 280
Τιμή: 15,60 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Με τις προσωπικές μου ελεύθερες αυτόνομες σκέψεις απέμεινα ξανά. Μακριά από επαγγελματίες που εμπορεύονται το συναίσθημα της ελπίδας, οι ίδιοι μόνο γνωρίζουν για το όφελος ποιανού εργάζονται. Γιατί πολίτης ανάμεσα σ’ ένα λαό μιας πατρίδας, που η γη της ζεματάει όταν την περπατάς, όπως σε πλεούμενο λίγο πριν από τον οριστικό του αφανισμό, εγώ και πάλι θα θυμηθώ την πατρική καθοδήγηση να ταχθώ ξανά στο πλευρό του Ινδιάνου. Πλάι στον αδικημένο, η αντιπολιτευτική μου παρόρμηση ίσως φανεί χρήσιμη, αφού βλέπεις βοηθάει στο να μη μεθάς με καμιά εξουσία, να μη συγχωρείς κανέναν επίορκο.
Στην εποχή που μας βρήκαν ακόμη και οι ανεμοστρόβιλοι, ανοίγω προσωπικό διάλογο μαζί σου. Δες στ’ αλήθεια πόσους κοινούς τόπους έχουμε, πόσα κοινά αδιέξοδα, πόσα ανεκπλήρωτα θέλω. Σ’ όλα αυτά, οφείλουμε να κρατήσουμε αναπνοές, έτσι μόνο θα σταθούμε στα πόδια μας.