«...Μήνες αργότερα, σ’ αυτόν τον αλήτη καιρό που λυσσομανούσε, η Κατερίνα διέφευγε ένα απόγευμα από το σπίτι της με γρήγορο βηματισμό. Προορισμός το πουθενά, το παντού, το καθόλου και το τίποτα. Μια πίκρα μόνο στύφιζε το στόμα και τα χείλη της, την ίδια της την ψυχή. Στον δρόμο της βρέθηκε ένα παγκάκι σ’ ένα ύψωμα καρφωμένο στον Θεό, με θέα τη θάλασσα. Ο θαλασσινός άνεμος που ερχόταν σε ριπές θα τη βοηθούσε ν’ ανασάνει καλύτερα. Nα καθαρίσει το μυαλό της, να ηρεμήσει μια στάλα κι έπειτα θα επέστρεφε πάλι πίσω, ίσως με λιγότερο πληγωμένη καρδιά. Αισθανότανε πνιγμό. Χειμώνας πάλι κι είχε φύγει έξαλλη για να μη φέρει έξω φρενών γι’ άλλη μια φορά τον άντρα της. Ούσα σε κρίση εκείνου, να αποδράσει ήθελε. Αλλά να πάει πού…; Πού; Η οικογένειά της ήταν πια δεδομένη. Δεν είχε κάπου αλλού να καταφύγει. Το παγκάκι έστεκε σαν φιλόξενη αγκαλιά. Εκεί, στο υψηλότερο κομμάτι ενός λόφου κάθισε, το βλέμμα της έκλεβαν τα φουρτουνιασμένα κύματα. Έμοιαζε με την ψυχή της αυτή η φουσκωμένη θάλασσα. Ένα ισχυρό γιατί κι ένα γαμώτο ύγραιναν τα μάτια της. Αμέτρητες είχαν σταθεί οι φορές κατά τις οποίες έσφιγγε τα δόντια για να συγκρατηθεί από τη συμπεριφορά του Παύλου, να μην επιτείνει άλλη μια κρίση του. Είχαν αγαπηθεί πολύ στα χρόνια που είχανε μεσολαβήσει, ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που εκείνος δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα μανιοκαταθλιπτικά του συναισθήματα και ξέσπαγε πάνω της χωρίς μια τόση δα φυσιολογική αιτία, μια δικαιολογημένη αφορμή, τέλος πάντων...»
https://www.anemosekdotiki.gr/product/to-spiti-me-tis-kleidaries/